Διήγημα: Φυλάκιο


 

Φυλάκιο 

[Γράφει ο Παναγιώτης Ματσίγκας]


Κοιτούσε ακόμη το κινητό του. Τέσσερις τα ξημερώματα . Άλλη μία ώρα έμενε και τέλος και για σήμερα. Ποτέ δεν κατάλαβε τί σκατά καθόταν και φυλούσε σε αυτό το φυλάκιο. Βρισκόταν στην πίσω μεριά του στρατοπέδου και η πύλη δίπλα του άνοιγε για δύο ώρες το πρωί και για άλλες δύο το μεσημέρι. 

Και όμως εκείνος καθόταν για έξι ολόκληρες ώρες, είτε από το απόγευμα μέχρι τη νύχτα, είτε από λίγο μετά τα μεσάνυχτα μέχρι τις πέντε το πρωί. Να φυλάει το τίποτα. Είχε αφομοιώσει ωστόσο πως πάνω κάτω τίποτε δεν έβγαζε νόημα στη θητεία και αφού τα πρωινά έφευγε και πήγαινε σπίτι του και αφου την επομένη δεν πατούσε καθόλου, όλα ήταν καλά. Τουλάχιστον, δεν έχανε όλη την ημέρα του εκεί μέσα. 

Έψαχνε να βρει τί άλλο θα έβλεπε για να περάσει η ώρα. Με την άκρη του ματιού του διέκρινε μία κίνηση στο προαύλιο. Σήκωσε το βλέμμα του από την οθόνη και κοίταξε τη φιγούρα που πλησίαζε. Σιχαινόταν κάθε φορά που έρχονταν για έφοδο πεζοί. Το στρατιωτικό όχημα το έβλεπες εύκολα, αλλά όταν έρχονταν έτσι ήταν δύσκολο να τους δεις μέσα στο σκοτάδι και καμία φορά τα άκουγες αν δεν τους αντιλαμβανόσουν εγκαίρως. 

Ευτυχώς, λοιπόν, τον είδε. Σηκώθηκε, κοίταξε άλλη μία φορά τα συνθηματικά των εφοδειών και βγήκε από το φυλάκιο. Η φιγούρα πέρασε τη στροφή και έφτασε στο σημείο όπου βρισκόταν η μακρά ευθεία που οδηγούσε στο φυλάκιο. Ξάφνου, σταμάτησε να περπατά.

Βρισκόταν πολύ μακριά ακόμη για αναγνώριση. Τί ήθελε και σταμάτησε εκεί; Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα και δεν είχε κάνει βήμα. Ο σκοπός προσπάθησε να διακρίνει στο λιγοστό φως των προβολέων τί έκανε. Του φαινόταν πως κοιτούσε στο πλάι και όχι ευθεία προς τον ίδιο. Περίπου ένα λεπτό μετά, δεν είχε κάνει την παραμικρή κίνηση. 

Τότε, η φιγούρα έστρεψε το κεφάλι μπροστά και άρχισε να περπατά γρήγορα. Την άφησε να περπατήσει λίγα μέτρα ακόμη…”Αλτ!”, φώναξε ο σκοπός. Καμία αντίδραση. Συνέχιζε το γρήγορο βηματισμό της. “Αλτ, τις ει”; Δεν έμοιαζε να τον ακούει. Ο αέρας δυνάμωσε. 

Ένα αίσθημα άγχους άρχισε σταδιακά να τον κυριεύει και έσφιξε το όπλο στα χέρια του. “ΕΙΠΑ. ΑΛΤ ΤΙΣ ΕΙ”; Η φιγούρα είχε πλησιάσει σε απόσταση λίγο μεγαλύτερη των είκοσι και κάτι μέτρων. Το φως στο σημείο αυτό ήταν αμυδρό, όμως δεν έμοιαζε με τον αξιωματικό από τον οποίο είχε πάρει τα κλειδιά του φυλακίου στην αρχή της βάρδιας. Ωστόσο δεν μπορούσε ακόμη να δει καθαρά. 

Ο σκοπός σήκωσε το όπλο. “ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ. ΑΛΤ ΤΙΣ ΕΙ”; Συνέχιζε να τον πλησιάζει με γοργό ρυθμό. Σήκωσε το όπλο. Όταν η φιγούρα έκανε λίγα βήματα ακόμη, όπλισε. Μόλις ακούστηκε το κλικ, η φιγούρα σταμάτησε. Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν και οι δύο ακίνητοι. Ύστερα, η φιγούρα άρχισε να τρέχει. 

Έπρεπε να πυροβολήσει… αν όμως ήταν φάρσα… δεν μπορεί να πυροβολήσει άνθρωπο… τέτοιες σκόρπιες σκεψεις ξεπετάγονταν στο μυαλό του. Δεν μπόρεσε να τραβήξει τη σκανδάλη. Τότε, η φιγούρα εμφανίστηκε μπροστά του. Ακριβώς κάτω από το φως ενός ακόμη προβολέα του προαυλίου. 

Ήταν…κενό. Το πρόσωπο ήταν σχεδόν κενό. Υπήρχε μόνο μία μεγάλη ουλή στη θέση που έπρεπε να βρίσκεται το στόμα. Μία μαύρη ουλή με ξεραμένο αίμα , το οποίο πότιζε το κάτω μέρος του προσώπου, εάν μπορούσε να το αποκαλέσει έτσι. Το δέρμα του ήταν γκρίζο και έμοιαζε λεπτό σαν τσιγαρόχαρτο. 

Τα ρούχα που φορούσε δεν ήταν ευδιάκριτα. Έμοιαζαν με απομεινάρια της στολής του ναύτη που φορούσαν όλοι όσοι υπηρετούσαν. Απομεινάρια που κρέμονταν βρώμικα και βρεγμένα. Η φιγούρα έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπο. Ο σκοπός κατάφερε να ανακτήσει τον έλεγχο του εαυτού του και ξεκίνησε να απομακρύνεται με αργά πίσω βήματα.

Έμπηξε τα νύχια της στο σημείο που έπρεπε να υπήρχαν μάτια, έκοψε το δέρμα και το τράβηξε προς τα κάτω, ανοίγοντας δύο πληγές από τις οποίες έτρεξε το ίδιο σκούρο αίμα που είχε ποτίσει το στόμα. Μόλις το αίμα σταμάτησε να τρέχει, ξεπρόβαλαν δύο κόρες ματιών. Λευκές και ποτισμένες με αίμα. Έμοιαζαν να τον κοιτούν, αλλά να μην τον βλέπουν. Η φιγούρα ξεκίνησε να τον πλησιάζει ξανά.

Αυτή τη φορά ο σκοπός σήκωσε αποφασιστικά το όπλο και ξεκίνησε να πυροβολεί κατά ριπάς. Οι σφαίρες έσκιζαν το δέρμα της φιγούρας και διαπερνούσαν το σώμα της, γεμίζοντας το πληγές, δίχως ωστόσο να τη σταματούν. Πυροβολούσε στο κεφάλι, στο σώμα, στα πόδια, χωρίς να καταφέρνει τίποτα. Ξεκίνησε να τρέχει προς το στρατόπεδο. 

Η φιγούρα κινήθηκε αστραπιαία και τον άρπαξε. Έμπηξε τα νύχια της στο λαιμό του και τον έσκισε σε δύο κομμάτια, αφήνοντάς τον να πέσει στο νεκρός στο έδαφος. Ύστερα, έμεινε πάνω από το άψυχο σώμα και έβαλε το χέρι της στο μέτωπό του. Το πρόσωπό της άρχισε σιγά σιγά να παίρνει σχήμα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, είχε αφομοιώσει πλήρως τη μορφή του. 

Τότε, σηκώθηκε και τον έσυρε στο δασάκι πίσω από το φυλάκιο. Άνοιξε έναν λάκκο πίσω από ένα μεγάλο πεύκο και τοποθέτησε το σώμα του εκεί. Το σκέπασε καλά και πήρε το δρόμο προς το φυλάκιο. Κόντευε πέντε το πρωί και η αλλαγή σε λίγο θα ερχόταν.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

5ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2 – Καλοκαίρι 2025

Διπλή πρόσκληση λογοτεχνικής δημιουργίας

4ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2