Νουβέλα: Η αυλή με τα χίλια χρώματα (Μέρη 1ο - 5ο)


Η αυλή με τα χίλια χρώματα 


[Γράφει η Μαριλένα Ξυψιτή]



Ακολουθεί η ιστορία όπως έχει δημοσιευθεί μέχρι στιγμής σε συνέχειες, από το πρώτο έως το πιο πρόσφατο κεφάλαιο.



Η Ανθή στάθηκε μπροστά από την ξύλινη αυλόπορτα με τους σκουριασμένους μεντεσέδες. Ήταν απόγευμα, και ο ήλιος ακουμπούσε πλάγια πάνω στις πέτρες του καλντεριμιού, φωτίζοντας την αυλή με μια ζεστασιά που φαινόταν ψεύτικη. Μύριζε γιασεμί, σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα από τότε που έφυγε... κι ας είχαν περάσει σχεδόν δεκαπέντε χρόνια.

Έσπρωξε την πόρτα διστακτικά. Έτριξε βαριά, σαν να παραπονιόταν. Το βλέμμα της ταξίδεψε στις πήλινες γλάστρες που ξεχείλιζαν από βουκαμβίλιες, βασιλικούς, γεράνια, παχύφυτα. Η γιαγιά της είχε λατρέψει τα φυτά και η αυλή ήταν ακόμα το μικρό της βασίλειο, αν και η ίδια δεν υπήρχε πια.

Η σκόνη αιωρούνταν στο εσωτερικό του σπιτιού καθώς άνοιγε τα παράθυρα. Η Ανθή δεν ήταν έτοιμη για τη μυρωδιά της υγρασίας, και κάτι άλλο, σαν παγωμένη ανάμνηση.

Περιηγήθηκε αργά στα δωμάτια. Η γιαγιά Δανάη είχε αφήσει τα πάντα τακτοποιημένα, σχεδόν τελετουργικά. Δεν υπήρχε ακαταστασία. Μόνο σιωπή.

Έβγαλε από τη βαλίτσα της το τετράδιο με τις σημειώσεις που της είχε δώσει ο συμβολαιογράφος. Κληρονομιά, εκκαθάριση, αξίες ακινήτων, υπογραφές. Όλα τυπικά. Ώσπου να εμφανιστεί η σκιά της Λίας.

Δεν θυμόταν ξεκάθαρα το πρόσωπό της. Θυμόταν όμως τα μάτια της... μεγάλα, σκοτεινά, παιδικά. Κι ένα καλοκαίρι που διακόπηκε απότομα. Από κάτι. Από τι;


Άκουσε βήματα έξω και βγήκε στην αυλή.


Μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, λεπτή, με αυστηρότητα στο πρόσωπο, στεκόταν πίσω από την πόρτα του φράχτη.


«Γύρισες, λοιπόν,» είπε χωρίς χαιρετισμό.


«Καλησπέρα… Εσείς…;»


«Η Κατίνα. Απέναντι μένω. Θυμάμαι τη μάνα σου. Και σένα, όταν ήσουν μικρή».


Η Ανθή δεν απάντησε. Η γυναίκα την κοίταξε ερευνητικά.


«Δεν είναι όλοι χαρούμενοι που γύρισες. Να ξέρεις. Κάποια πράγματα... καλύτερα να μένουν όπως ήταν».


Πριν προλάβει, η Ανθή, να ρωτήσει, η γυναίκα είχε ήδη γυρίσει πλάτη.

Η Ανθή έμεινε ακίνητη, νιώθοντας για πρώτη φορά ότι δεν είχε επιστρέψει απλώς σε ένα σπίτι. Είχε επιστρέψει σε μια σιωπή που την περίμενε χρόνια.

Και η αυλή, όσο κι αν άνθιζε, δεν μπορούσε πια να κρύψει τη ρίζα εκείνης της παλιάς τραγωδίας.

Η νύχτα έπεσε αργά. Οι ήχοι του χωριού περιορίστηκαν στους ψιθύρους των εντόμων και το μακρινό γάβγισμα ενός σκύλου. Η κοπέλα καθόταν στο παλιό σιδερένιο τραπεζάκι της αυλής με ένα ποτήρι κρασί, τυλιγμένη με ένα σάλι της γιαγιάς. Το σπίτι έτριζε πού και πού, σαν να αναστέναζε.

Απέφευγε να ανοίξει τα ερμάρια, τα παλιά συρτάρια, τις γωνιές. Όλα έμοιαζαν ακέραια, ανέγγιχτα από χρόνο, αλλά όχι από μνήμη. Η γιαγιά της ήταν μια γυναίκα αυστηρή, ήσυχη, μα με βλέμμα που δεν άφηνες εύκολα. Είχε μεγαλώσει μέσα της το καθήκον σαν φυτό.

Ένα αμυδρό φως πέρασε από τον φράχτη. Ήταν μια φιγούρα που πέρασε αργά στον δρόμο. Ένα παιδί. Ένα κορίτσι. Δεν μπόρεσε να δει πρόσωπο. Μόνο τη σιλουέτα του, αδύνατη και σκυφτή, να γλιστρά στο ημίφως και να εξαφανίζεται πίσω από την επόμενη γωνία.

Περίμενε να ακούσει πατήματα, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα.

Μπήκε ξανά στο σπίτι. Στην παλιά σκάλα, κάτω από το πρώτο σκαλοπάτι, κάτι ακουγόταν. Σαν ήχος από τρίξιμο. Ή χτύπος; Γονάτισε και έβαλε το χέρι της στο άνοιγμα. Ψαχούλεψε στα τυφλά και έπιασε κάτι σκληρό, φαρδύ.

Το τράβηξε έξω. Ήταν ένα ζευγάρι παιδικά παπούτσια. Πολύ παλιά. Καθόλου φθαρμένα.

Καθόταν και τα κοίταζε με μια αίσθηση που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Δεν είχαν σκόνη. Δεν ήταν ξεχασμένα. Ήταν τοποθετημένα.

Σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε προς το σκοτεινό πάτωμα του επάνω ορόφου.

Και τότε, πίσω της, στην πόρτα της αυλής, ακούστηκε ένα αργό, επίμονο χτύπημα. Μια φορά. Και πάλι.


Μα δεν περίμενε κανέναν...


Η Ανθή στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητη, κρατώντας τα παιδικά παπούτσια στα χέρια, χωρίς να μπορεί να καταλάβει γιατί τα χέρια της έτρεμαν. Το χτύπημα στην αυλόπορτα είχε ακουστεί καθαρά. Δυνατό, σταθερό, με απόσταση ανάμεσα στις επαναλήψεις του. Δεν ήταν κάποιος περαστικός που ακούμπησε τυχαία. Κάποιος περίμενε απάντηση.

Έβαλε τα παπούτσια σε μια σακούλα και τα έκρυψε στο ντουλάπι κάτω από το νεροχύτη. Άνοιξε προσεκτικά την εξώπορτα του σπιτιού και βγήκε στο μισοσκόταδο.

Η αυλή έλαμπε από το φως του φεγγαριού. Σκιές από τα κλαδιά των λουλουδιών πάλλονταν στους τοίχους, σαν να χόρευαν αργά. Η πόρτα της αυλής ήταν κλειστή. Καμία φιγούρα απ’ έξω, κανένας ήχος πια. Την έσπρωξε και κοίταξε στον δρόμο.


Κανείς.


Περπάτησε μέχρι το φράχτη και κοίταξε τριγύρω, αλλά το καλντερίμι ήταν άδειο. Μονάχα ο μακρινός ήχος από ένα τζιτζίκι και ένας αέρας που έφερνε μαζί του υγρασία από το ποτάμι.

Όταν γύρισε στο εσωτερικό, βρήκε το φως της κουζίνας αναμμένο, αν και θυμόταν καθαρά πως το είχε σβήσει. Στάθηκε στη μέση του χώρου και κοίταξε γύρω, αναζητώντας κάτι που να μην ήταν όπως το άφησε.

Το ράφι με τα βάζα. Ένα από αυτά, γεμάτο ξερό δυόσμο, είχε αλλάξει θέση. Μερικά φύλλα ήταν σκορπισμένα στον πάγκο. Δεν ήξερε αν έπρεπε να το αποδώσει στην κούραση ή σε κάτι πιο ανησυχητικό.

Πήρε βαθιά ανάσα και κάθισε ξανά στην αυλή, με μια κουβέρτα ριγμένη στους ώμους. Η γειτονιά ήταν βυθισμένη στον ύπνο. Σκέφτηκε πως ίσως ήταν το στρες, η ένταση της επιστροφής.

Έβγαλε το κινητό της και άνοιξε τον φάκελο με τις παλιές φωτογραφίες που είχε ψηφιοποιήσει πριν φύγει από την Αθήνα. Ήθελε να δει αν υπήρχε η Λία ανάμεσά τους.

Στη δεύτερη σειρά φωτογραφιών, βρήκε μία με την αυλή της γιαγιάς, καλοκαίρι. Εκεί ήταν η ίδια, γύρω στα έξι, με ένα λευκό φόρεμα. Και δίπλα της ένα άλλο κορίτσι, με σκούρα μαλλιά και βλέμμα άγριο, γελαστό, αλλά επιφυλακτικό. Η Λία.

Στο βάθος, όμως, πίσω τους, κάτι άλλο τραβούσε το βλέμμα. Μια σκιά, ένα κομμάτι προσώπου σχεδόν κρυμμένο πίσω από την μισάνοιχτη πόρτα του σπιτιού. Όχι η γιαγιά, ούτε κάποιος γνωστός. Το πρόσωπο ήταν αχνό, αλλά κάτι στη στάση του ήταν ενοχλητικά άτοπο. Σαν να μην έπρεπε να βρίσκεται εκεί.

Η Ανθή έκλεισε απότομα την οθόνη και σηκώθηκε. Κάθε γωνία του σπιτιού κουβαλούσε κάτι, σαν να της ψιθύριζε, όχι να της μιλά.

Πριν κοιμηθεί, αποφάσισε να ψάξει την επόμενη μέρα τη σοφίτα. Δεν είχε ανέβει ποτέ εκεί όσο ζούσε η γιαγιά. Ήταν κλειδωμένη. Ίσως τώρα να είχε αφήσει το κλειδί κάπου.

Αλλά καθώς έσβηνε τα φώτα, και το σπίτι βυθιζόταν στη σιωπή, σκέφτηκε ξανά τα παιδικά παπούτσια.


Ήταν ακριβώς το νούμερο που φορούσε η Λία, το καλοκαίρι που χάθηκε.


Το ξημέρωμα βρήκε την Ανθή ξύπνια, με το φως του σαλονιού αναμμένο όλη νύχτα. Κάθε ήχος, ένα κούφιο ξύλο, ένας μεταλλικός χτύπος, την πέταγε από τον ύπνο. 

Έφτιαξε καφέ και στάθηκε μπροστά από το παλιό σύνθετο. Το βλέμμα της καρφώθηκε σε ένα μεταλλικό κλειδί, περασμένο με σπάγκο σε ένα καρφί στο πλάι. Δεν το είχε προσέξει χθες. Δεν θυμόταν να ήταν εκεί. Το πήρε.

Σκέφτηκε τη σοφίτα. Αν όντως το κλειδί ήταν αυτό, τότε ίσως ήταν η ώρα. Ίσως εκεί να έκρυβε η γιαγιά τις απαντήσεις που τόσα χρόνια κανείς δεν έδινε.

Ανέβηκε τα ξύλινα σκαλοπάτια. Ένα-ένα. Η σκάλα έτριζε κάτω απ’ το βάρος της. Το φως της σοφίτας δεν λειτουργούσε. Έπρεπε να βασιστεί στο φως της ημέρας που έμπαινε από μια στενή φεγγαροδόχα.


Το κλειδί γύρισε δύσκολα. Άνοιξε την πόρτα.


Το δωμάτιο ήταν σχεδόν άδειο. Μόνο ένα μεγάλο ξύλινο κουτί στη μέση. Κλειστό.


Η Ανθή έκανε ένα βήμα μέσα.


Και τότε, πίσω της, η πόρτα της σοφίτας έκλεισε απότομα μόνη της, με θόρυβο δυνατό, σαν να την είχε τραβήξει κάποιος.


Από έξω.


Η πόρτα της σοφίτας έτριξε ελαφρά καθώς έκλεινε με δύναμη πίσω της. Η Ανθή γύρισε απότομα και την κοίταξε. Δεν φυσούσε. Κανένα ρεύμα αέρα δεν μπορούσε να εξηγήσει την κίνηση. Στάθηκε ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα, αφουγκραζόμενη. Ο ήχος του ίδιου της του αναπνευστικού συστήματος ακουγόταν δυνατός μέσα στη σιωπή.

Στη μέση του δωματίου, το ξύλινο κουτί, παλιό, με σκασμένες ενώσεις και μεταλλικές γωνίες. Δεν υπήρχε λουκέτο, αλλά το καπάκι ήταν βαρύ. Η Ανθή το σήκωσε σιγά, με τα χέρια της να τρέμουν.

Μέσα υπήρχε ένα μικρό κουβερτάκι, ένα παιδικό παιχνίδι ξεφτισμένο, κι ένα ζευγάρι παιδικά γυαλιά ηλίου. Το στομάχι της σφίχτηκε. Ήταν πράγματα που θα ανήκαν σε ένα πολύ μικρό παιδί. Όχι στη Λία, αλλά σε κάποιον πιο μικρό.

Κάτω από τα αντικείμενα, μια στοίβα παλιά ρούχα, διπλωμένα προσεκτικά. Πάνω τους, ένα κουτί σπίρτα και ένα άδειο κερί.


Άνοιξε το κουβερτάκι. Ήταν κεντημένο, με αρχικά: «Κ.Σ.»


Το όνομα δεν της έλεγε τίποτα. Το μυαλό της πήγε σε κάποιο ξεχασμένο μέλος της οικογένειας, αλλά δεν θυμόταν ποτέ η γιαγιά να έχει μιλήσει για κάποιο μωρό.

Το πάτωμα κάτω από το κουτί έτριξε καθώς έκανε ένα βήμα πίσω. Η Ανθή κοίταξε προς τα κάτω και πρόσεξε πως ένα από τα ξύλινα σανίδια είχε άλλο χρώμα. Ελαφρώς πιο ανοιχτό. Γονάτισε και το ακούμπησε με το χέρι της.

Ήταν κινητό. Σαν να είχε τοποθετηθεί πιο πρόσφατα.

Έβγαλε το κινητό της και άναψε τον φακό. Με προσοχή, σήκωσε τη σανίδα.

Κάτω από αυτή, υπήρχε ένα μικρό, στενό κενό και μέσα του, κάτι υφασμάτινο.


Ένα πανωφόρι παιδικό. Αλλά δεν ήταν μόνο του.


Πιο βαθιά, κάτι που έμοιαζε με χαρτί – όχι γράμμα – ένα είδος παλιού φακέλου.


Το τράβηξε προσεκτικά. Ήταν φάκελος αρχείου νοσοκομείου. Πολυκαιρισμένος.


Επάνω, γραμμένο με ξεθωριασμένο μπλε στυλό:

«Αναφορά Συμβάντος – 17/08/2008 – Ανεπιβεβαίωτη ταυτότητα ανηλίκου»


Η Ανθή ένιωσε τα αυτιά της να βουίζουν. 2008. Ήταν το καλοκαίρι που εξαφανίστηκε η Λία.


Πριν προλάβει να ανοίξει τον φάκελο, ακούστηκε ένα χτύπημα πάνω στο ταβάνι της σοφίτας. Όχι στο πάτωμα, στο ταβάνι. Ένα βαρύ, ξερό χτύπημα. Ύστερα δεύτερο.

Η Ανθή σηκώθηκε απότομα. Δεν υπήρχε τίποτα πάνω απ’τη σοφίτα.


Εκτός… αν κάποιος ήταν στη στέγη.


Πλησίασε το μικρό παραθυράκι και κοίταξε έξω. Ένα στρογγυλό άνοιγμα με θολό τζάμι.


Δεν είδε τίποτα.


Μα όταν έστρεψε το βλέμμα της λίγο αριστερά, παρατήρησε ένα σχήμα στο γυαλί, θαμπό, σαν παλάμη που είχε ακουμπήσει από την έξω πλευρά.

Και η υγρασία ακόμα να στεγνώσει.

Η Ανθή ακούμπησε τα δάχτυλά της στο θολό τζάμι. Ψυχρό. Η παλάμη που είχε αποτυπωθεί απέξω ήταν μικρή, αλλά ξεκάθαρη. Παιδική. Κάποιος ή κάτι είχε σταθεί στη στέγη, είχε ακουμπήσει το χέρι του εκεί και είχε φύγει.

Δεν τόλμησε να ανοίξει το παραθυράκι. Δεν ήξερε αν ήθελε στ’αλήθεια να δει τι υπήρχε απ’έξω.

Κατέβηκε από τη σοφίτα κρατώντας τον φάκελο σφιχτά στο στήθος της. Τα πόδια της έτρεμαν. Όλα γύρω της φαίνονταν ξαφνικά πιο ξένα, πιο βαριά. Οι τοίχοι του σπιτιού, οι φωτογραφίες, τα υφάσματα. 

Άνοιξε τον φάκελο στον πάγκο της κουζίνας.

Το χαρτί μέσα ήταν μια αναφορά περιστατικού. Έλεγε για ένα παιδί που βρέθηκε τραυματισμένο κοντά στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, χωρίς ταυτότητα, χωρίς γονείς, χωρίς φωνή.


Και πιο κάτω, με κόκκινο στυλό, μια σημείωση από γιατρό:

«Το παιδί επαναλάμβανε μόνο μία φράση: "Δεν έπρεπε να τη βάλω εκεί μέσα."»


Η Ανθή έμεινε να το κοιτά. Η ανάσα της κόπηκε.

Κι ύστερα… χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού.

Μία, δύο φορές.


Και πριν καν το σηκώσει, μία παιδική φωνή ψιθύρισε από τη συσκευή:

«Ανθή; Μη με ξεχάσεις πάλι».


Η Ανθή πάγωσε. Η φωνή που είχε ακούσει δεν ήταν φαντασίωση. Ήταν καθαρή, όσο μπορεί να είναι μια φωνή μέσα από στατικό ηλεκτρισμό και παλιωμένες καλωδιώσεις. Παιδική, ξεκάθαρα. Αλλά δεν ανήκε στη Λία όπως την θυμόταν.


«Ποιος… είσαι;» ψιθύρισε στο ακουστικό.


Η γραμμή έκανε ένα βόμβο και μετά... σιωπή.


Μα αμέσως ακούστηκε ένας ακόμα ψίθυρος. Αυτή τη φορά πιο κοντά στο αυτί της.


«Δεν τελείωσε ποτέ...»


Η Ανθή έκλεισε απότομα το τηλέφωνο και έμεινε ακίνητη, προσπαθώντας να ακούσει αν υπήρχε κάποιος στο σπίτι. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το ρολόι της κουζίνας. Τικ-τακ. Κάθε δευτερόλεπτο ακουγόταν σαν χτύπος καρδιάς.

Άνοιξε ξανά τον φάκελο και κοίταξε προσεκτικά την ημερομηνία: 17 Αυγούστου 2008. Την ίδια μέρα που η Λία εξαφανίστηκε στο ποτάμι, στο κάτω μέρος του χωριού. Οι έρευνες είχαν σταματήσει έπειτα από μερικές μέρες. Η αστυνομία δεν είχε βρει τίποτα, ούτε ρούχα, ούτε ίχνη. Το μόνο που θυμόταν τότε η Ανθή ήταν το βλέμμα των μεγάλων: απογοήτευση, ενοχή, σιωπή.

Η ίδια ήταν μόλις δεκατριών. Αλλά ήξερε καλά: εκείνο το απόγευμα, είχε φύγει πρώτη από την αυλή. Και η Λία είχε μείνει μόνη.

Γύρισε στο συρτάρι κάτω από το ψυγείο. Εκεί φύλαγε παλιά φωτογραφικά φιλμ της γιαγιάς. Αν υπήρχε έστω μία φωτογραφία από εκείνη τη μέρα, ίσως κάτι να εξηγούσε.

Πράγματι, βρήκε ένα μικρό άλμπουμ. Ξεφύλλισε τις εικόνες βιαστικά. Στιγμιότυπα από τον Αύγουστο του 2008. Γιορτή, οικογένεια, παιδιά που παίζουν στην αυλή.

Μία φωτογραφία την έκανε να σταθεί.

Η Λία, στην κούνια, χαμογελαστή. Και πίσω της… ένα κορίτσι που δεν θυμόταν καθόλου. Ήταν περίπου τριών ή τεσσάρων ετών, με μαύρα μαλλιά και χλωμό δέρμα. Στεκόταν πίσω από την κούνια, ακίνητη και κοίταζε κατευθείαν τον φακό.


Το βλέμμα της δεν ήταν παιδικό. Ήταν άδειο.


Η Ανθή γύρισε τη φωτογραφία από πίσω. Με μολύβι, η γιαγιά είχε γράψει:

«Ανθή – Λία – και το μικρό κορίτσι που δεν ήξερε να μιλήσει».


Της κόπηκε η ανάσα.


Δεν θυμόταν ποτέ τέτοιο παιδί στο σπίτι. Ούτε κανείς το είχε αναφέρει ποτέ.

Ξανακοίταξε το πρόσωπο του κοριτσιού.

Ήταν το ίδιο με το αποτύπωμα στο τζάμι της σοφίτας.

Η Ανθή άφησε τη φωτογραφία να πέσει πάνω στο τραπέζι. Η καρδιά της χτυπούσε τώρα γρήγορα, με ένταση που δεν μπορούσε να ελέγξει. Σαν το σώμα της να είχε αναγνωρίσει κάτι που το μυαλό της ακόμα αρνιόταν.


Ποιο ήταν εκείνο το παιδί;


Γιατί κανείς δεν το θυμόταν;


Και γιατί έμοιαζε να βρίσκεται σε κάθε φωτογραφία εκείνης της μέρας, έστω στη γωνία, άλλοτε καθισμένο στο χώμα, άλλοτε όρθιο, πάντα ήσυχο, με εκείνο το κενό βλέμμα καρφωμένο στο φακό;


Πήρε βαθιά ανάσα και πήρε τη φωτογραφία μαζί της. Βγήκε από το σπίτι, κατηφόρισε τον χωματόδρομο που οδηγούσε στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Ήταν πλέον φθαρμένο, με σκουριασμένες πύλες και παράθυρα σπασμένα. Κανείς δεν το πλησίαζε τα τελευταία χρόνια.

Έφτασε στην παλιά μεταλλική πόρτα. Πίεσε και άνοιξε με ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο.

Μέσα, σιωπή. Ήχος σταγόνων νερού που έσταζαν από την οροφή. Στο πάτωμα, διάσπαρτα σκουριασμένα εργαλεία, σπασμένα πλακάκια και σημάδια… σαν από κιμωλία.

Η Ανθή βάδισε προς το βάθος, εκεί που, σύμφωνα με την αναφορά, είχαν βρει το παιδί το 2008.

Ένα από τα παλιά μεταλλικά ντουλάπια είχε γρατζουνιές στην πόρτα του. Παιδικές γραμμές, όπως αυτές που κάνουν τα μικρά όταν δεν μπορούν να γράψουν. Την άνοιξε.


Άδειο. Εκτός από μια μικρή κουρελιασμένη κορδέλα, δεμένη στο πάνω ράφι.


Και τότε, πίσω της, κάτι κινήθηκε. Ήχος παπουτσιού στο τσιμεντένιο πάτωμα.


Γύρισε απότομα. Στην άλλη άκρη της αίθουσας, μέσα στο μισοσκόταδο, στεκόταν το ίδιο κορίτσι. Ήταν όπως στη φωτογραφία. Ακίνητο. Αλλά τώρα… την κοιτούσε κατευθείαν.


Και χαμογελούσε...


Η Ανθή έκανε ένα βήμα πίσω. Η φιγούρα του κοριτσιού παρέμενε εκεί, ακίνητη στο βάθος της αίθουσας. Σχεδόν διάφανη στο μισοσκόταδο, μα αρκετά καθαρή για να διακρίνει τη χλωμή επιδερμίδα και το βλέμμα που έμοιαζε να μην ανήκει στην ηλικία του παιδιού.

Το χαμόγελο της μικρής δεν ήταν τρυφερό. Ήταν σαν να ήξερε κάτι που η Ανθή είχε ξεχάσει.

Η Ανθή στράφηκε προς το ντουλάπι. Το βλέμμα της έπεσε στην κορδέλα: ροζ, παλιά, λερωμένη από σκόνη. Την ξεκούμπωσε από το μεταλλικό ράφι. Ήταν δεμένη προσεκτικά, με έναν κόμπο στο κέντρο.


Ξετύλιξε την άκρη.

Ένα όνομα, σχεδόν σβησμένο από τον χρόνο:

«Κυριακή»


Η Ανθή ένιωσε τη λέξη να ηχεί μέσα της. Ξαφνικά, η φωνή που είχε ακούσει στο τηλέφωνο αποκτούσε νόημα. Η εικόνα της μικρής στη φωτογραφία έπαιρνε ταυτότητα.


Γύρισε ξανά, αλλά η φιγούρα είχε εξαφανιστεί.


Έτρεξε προς το σημείο όπου στεκόταν, κοίταξε δεξιά κι αριστερά, τίποτα. Μόνο μια μικρή πορτούλα, ξύλινη, ίσα που φαινόταν πίσω από μια σκουριασμένη δεξαμενή. Έσπρωξε και μπήκε σε ένα στενό διάδρομο που μύριζε κλεισούρα και υγρασία.

Στον τοίχο, με κόκκινη κιμωλία, κάποιος είχε ζωγραφίσει ένα σπίτι. Παιδικό σχέδιο. Σαν αυτά που κάνουν τα νήπια: ένα τετράγωνο, μια καμινάδα, και τέσσερις φιγούρες έξω απ’την πόρτα.

Μόνο που η τέταρτη φιγούρα, η μικρότερη, είχε κομμένο το κεφάλι.

Η Ανθή ένιωσε πόνο στο στομάχι της. Αναγνώριζε το σχέδιο. Είχε κάνει παρόμοιο μικρή, ακριβώς έτσι. Με τα ίδια χρώματα.

Μπήκε βαθύτερα στον διάδρομο. Έφτασε σε ένα μικρό δωμάτιο χωρίς παράθυρα, μόνο με ένα ξύλινο παγκάκι.


Στο πάτωμα, χαραγμένο πρόχειρα στο τσιμέντο:

«Μην τους πεις. Θα σε βρουν».


Η Ανθή έσφιξε τη φωτογραφία στην τσέπη της. Πίσω της, κάτι έτριξε.


Γύρισε, η πόρτα είχε κλείσει.


Και μέσα στη σιγή, μια παιδική φωνή ακούστηκε ξανά, αυτή τη φορά πίσω από τον τοίχο:

«Ήμουν κι εγώ στην αυλή. Αλλά δεν έπρεπε να με δείτε…»


Η Ανθή κόλλησε το αυτί της στον τοίχο. Η φωνή είχε χαμηλώσει, αλλά ήταν ακόμα εκεί, παιδική, σαν τραγούδι που ξεχνάει τη μελωδία του.


«Ήμουν κι εγώ στην αυλή. Αλλά δεν έπρεπε να με δείτε…»


Η ανάσα της πύκνωσε. Σήκωσε το βλέμμα της και άγγιξε με τα δάχτυλα τα σημάδια στο τσιμέντο. Ήταν φρέσκα. Σαν κάποιος να τα είχε χαράξει πρόσφατα, όχι πριν δεκαετίες, όπως θα έπρεπε.


Έκανε μερικά βήματα πίσω. Η πόρτα ήταν κλειστή. Όχι κλειδωμένη, όμως. Την άνοιξε αργά.


Αυτό που αντίκρισε την πάγωσε.


Στην έξοδο του διαδρόμου, εκεί που πριν ήταν το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, δεν υπήρχε πια σκουριά ή σκόνη.


Υπήρχε μια αυλή.


Καλοκαιρινή, με φως που δεν ταίριαζε με την ώρα ή τον χώρο. Ήταν ίδια με την παλιά αυλή του σπιτιού της όπως ήταν τότε, το 2008. Με τα ίδια χρώματα, την ίδια παλιά κούνια, ακόμα και τις ίδιες σκιές κάτω απ’τις καρυδιές.

Και μέσα σε αυτή την αυλή, στεκόταν ένα παιδί.


Η μικρή Κυριακή.


Αλλά τώρα δεν χαμογελούσε. Κρατούσε κάτι στο χέρι, ένα αντικείμενο που έμοιαζε με κουτί ή βαλιτσάκι. Περπάτησε προς την κούνια και άνοιξε το καπάκι.

Η Ανθή έκανε μερικά βήματα πιο κοντά.

Μόλις πλησίασε αρκετά για να δει τι είχε μέσα, τα μάτια της μικρής γύρισαν προς αυτή.

Και τα δικά της, τα μάτια της Ανθής, άρχισαν να θυμούνται.

Μια φωνή ξέσπασε στο κεφάλι της. Όχι παιδική αυτή τη φορά. Δική της.


«Δεν ήθελα να τη βάλω εκεί. Δεν ήθελα…»


Μια εικόνα φλας, ένα καπάκι που κλείνει, χέρια που σπρώχνουν, ένα κλάμα που σωπαίνει.


Η Κυριακή δεν μιλούσε.

Απλώς, έδειξε το κουτί. Και μετά την ίδια. 


(Συνεχίζεται...)


 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

5ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2 – Καλοκαίρι 2025

Διπλή πρόσκληση λογοτεχνικής δημιουργίας

4ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2