Νουβέλα: Η αυλή με τα χίλια χρώματα (Μέρος 1ο)


 

Η αυλή με τα χίλια χρώματα 


[Γράφει η Μαριλένα Ξυψιτή]


Μέρος 1ο. Η Επιστροφή


Η Ανθή στάθηκε μπροστά από την ξύλινη αυλόπορτα με τους σκουριασμένους μεντεσέδες. Ήταν απόγευμα, και ο ήλιος ακουμπούσε πλάγια πάνω στις πέτρες του καλντεριμιού, φωτίζοντας την αυλή με μια ζεστασιά που φαινόταν ψεύτικη. Μύριζε γιασεμί, σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα από τότε που έφυγε... κι ας είχαν περάσει σχεδόν δεκαπέντε χρόνια.

Έσπρωξε την πόρτα διστακτικά. Έτριξε βαριά, σαν να παραπονιόταν. Το βλέμμα της ταξίδεψε στις πήλινες γλάστρες που ξεχείλιζαν από βουκαμβίλιες, βασιλικούς, γεράνια, παχύφυτα. Η γιαγιά της είχε λατρέψει τα φυτά και η αυλή ήταν ακόμα το μικρό της βασίλειο, αν και η ίδια δεν υπήρχε πια.

Η σκόνη αιωρούνταν στο εσωτερικό του σπιτιού καθώς άνοιγε τα παράθυρα. Η Ανθή δεν ήταν έτοιμη για τη μυρωδιά της υγρασίας, και κάτι άλλο, σαν παγωμένη ανάμνηση.

Περιηγήθηκε αργά στα δωμάτια. Η γιαγιά Δανάη είχε αφήσει τα πάντα τακτοποιημένα, σχεδόν τελετουργικά. Δεν υπήρχε ακαταστασία. Μόνο σιωπή.

Έβγαλε από τη βαλίτσα της το τετράδιο με τις σημειώσεις που της είχε δώσει ο συμβολαιογράφος. Κληρονομιά, εκκαθάριση, αξίες ακινήτων, υπογραφές. Όλα τυπικά. Ώσπου να εμφανιστεί η σκιά της Λίας.

Δεν θυμόταν ξεκάθαρα το πρόσωπό της. Θυμόταν όμως τα μάτια της... μεγάλα, σκοτεινά, παιδικά. Κι ένα καλοκαίρι που διακόπηκε απότομα. Από κάτι. Από τι;

Άκουσε βήματα έξω και βγήκε στην αυλή.

Μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, λεπτή, με αυστηρότητα στο πρόσωπο, στεκόταν πίσω από την πόρτα του φράχτη.


«Γύρισες, λοιπόν,» είπε χωρίς χαιρετισμό.

«Καλησπέρα… Εσείς…;»

«Η Κατίνα. Απέναντι μένω. Θυμάμαι τη μάνα σου. Και σένα, όταν ήσουν μικρή».


Η Ανθή δεν απάντησε. Η γυναίκα την κοίταξε ερευνητικά.


«Δεν είναι όλοι χαρούμενοι που γύρισες. Να ξέρεις. Κάποια πράγματα... καλύτερα να μένουν όπως ήταν».


Πριν προλάβει, η Ανθή, να ρωτήσει, η γυναίκα είχε ήδη γυρίσει πλάτη.

Η Ανθή έμεινε ακίνητη, νιώθοντας για πρώτη φορά ότι δεν είχε επιστρέψει απλώς σε ένα σπίτι. Είχε επιστρέψει σε μια σιωπή που την περίμενε χρόνια.

Και η αυλή, όσο κι αν άνθιζε, δεν μπορούσε πια να κρύψει τη ρίζα εκείνης της παλιάς τραγωδίας.

Η νύχτα έπεσε αργά. Οι ήχοι του χωριού περιορίστηκαν στους ψιθύρους των εντόμων και το μακρινό γάβγισμα ενός σκύλου. Η κοπέλα καθόταν στο παλιό σιδερένιο τραπεζάκι της αυλής με ένα ποτήρι κρασί, τυλιγμένη με ένα σάλι της γιαγιάς. Το σπίτι έτριζε πού και πού, σαν να αναστέναζε.

Απέφευγε να ανοίξει τα ερμάρια, τα παλιά συρτάρια, τις γωνιές. Όλα έμοιαζαν ακέραια, ανέγγιχτα από χρόνο, αλλά όχι από μνήμη. Η γιαγιά της ήταν μια γυναίκα αυστηρή, ήσυχη, μα με βλέμμα που δεν άφηνες εύκολα. Είχε μεγαλώσει μέσα της το καθήκον σαν φυτό.

Ένα αμυδρό φως πέρασε από τον φράχτη. Ήταν μια φιγούρα που πέρασε αργά στον δρόμο. Ένα παιδί. Ένα κορίτσι. Δεν μπόρεσε να δει πρόσωπο. Μόνο τη σιλουέτα του, αδύνατη και σκυφτή, να γλιστρά στο ημίφως και να εξαφανίζεται πίσω από την επόμενη γωνία.

Περίμενε να ακούσει πατήματα, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα.

Μπήκε ξανά στο σπίτι. Στην παλιά σκάλα, κάτω από το πρώτο σκαλοπάτι, κάτι ακουγόταν. Σαν ήχος από τρίξιμο. Ή χτύπος; Γονάτισε και έβαλε το χέρι της στο άνοιγμα. Ψαχούλεψε στα τυφλά και έπιασε κάτι σκληρό, φαρδύ.

Το τράβηξε έξω. Ήταν ένα ζευγάρι παιδικά παπούτσια. Πολύ παλιά. Καθόλου φθαρμένα.

Καθόταν και τα κοίταζε με μια αίσθηση που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Δεν είχαν σκόνη. Δεν ήταν ξεχασμένα. Ήταν τοποθετημένα.

Σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε προς το σκοτεινό πάτωμα του επάνω ορόφου.

Και τότε, πίσω της, στην πόρτα της αυλής, ακούστηκε ένα αργό, επίμονο χτύπημα. Μια φορά. Και πάλι.


Μα δεν περίμενε κανέναν... 


(Συνεχίζεται...)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

5ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2 – Καλοκαίρι 2025

Διπλή πρόσκληση λογοτεχνικής δημιουργίας

4ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2