Νουβέλα: Η αυλή με τα χίλια χρώματα (Μέρος 2ο)


 

Η αυλή με τα χίλια χρώματα 


[Γράφει η Μαριλένα Ξυψιτή] 


Το μέρος 1ο δημοσιεύτηκε χθες.


Μέρος 2ο. Τα παπούτσια και ο ξένος ήχος


Η Ανθή στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητη, κρατώντας τα παιδικά παπούτσια στα χέρια, χωρίς να μπορεί να καταλάβει γιατί τα χέρια της έτρεμαν. Το χτύπημα στην αυλόπορτα είχε ακουστεί καθαρά. Δυνατό, σταθερό, με απόσταση ανάμεσα στις επαναλήψεις του. Δεν ήταν κάποιος περαστικός που ακούμπησε τυχαία. Κάποιος περίμενε απάντηση.

Έβαλε τα παπούτσια σε μια σακούλα και τα έκρυψε στο ντουλάπι κάτω από το νεροχύτη. Άνοιξε προσεκτικά την εξώπορτα του σπιτιού και βγήκε στο μισοσκόταδο.

Η αυλή έλαμπε από το φως του φεγγαριού. Σκιές από τα κλαδιά των λουλουδιών πάλλονταν στους τοίχους, σαν να χόρευαν αργά. Η πόρτα της αυλής ήταν κλειστή. Καμία φιγούρα απ’ έξω, κανένας ήχος πια. Την έσπρωξε και κοίταξε στον δρόμο.


Κανείς.


Περπάτησε μέχρι το φράχτη και κοίταξε τριγύρω, αλλά το καλντερίμι ήταν άδειο. Μονάχα ο μακρινός ήχος από ένα τζιτζίκι και ένας αέρας που έφερνε μαζί του υγρασία από το ποτάμι.

Όταν γύρισε στο εσωτερικό, βρήκε το φως της κουζίνας αναμμένο, αν και θυμόταν καθαρά πως το είχε σβήσει. Στάθηκε στη μέση του χώρου και κοίταξε γύρω, αναζητώντας κάτι που να μην ήταν όπως το άφησε.

Το ράφι με τα βάζα. Ένα από αυτά, γεμάτο ξερό δυόσμο, είχε αλλάξει θέση. Μερικά φύλλα ήταν σκορπισμένα στον πάγκο. Δεν ήξερε αν έπρεπε να το αποδώσει στην κούραση ή σε κάτι πιο ανησυχητικό.

Πήρε βαθιά ανάσα και κάθισε ξανά στην αυλή, με μια κουβέρτα ριγμένη στους ώμους. Η γειτονιά ήταν βυθισμένη στον ύπνο. Σκέφτηκε πως ίσως ήταν το στρες, η ένταση της επιστροφής.

Έβγαλε το κινητό της και άνοιξε τον φάκελο με τις παλιές φωτογραφίες που είχε ψηφιοποιήσει πριν φύγει από την Αθήνα. Ήθελε να δει αν υπήρχε η Λία ανάμεσά τους.

Στη δεύτερη σειρά φωτογραφιών, βρήκε μία με την αυλή της γιαγιάς, καλοκαίρι. Εκεί ήταν η ίδια, γύρω στα έξι, με ένα λευκό φόρεμα. Και δίπλα της ένα άλλο κορίτσι, με σκούρα μαλλιά και βλέμμα άγριο, γελαστό, αλλά επιφυλακτικό. Η Λία.

Στο βάθος, όμως, πίσω τους, κάτι άλλο τραβούσε το βλέμμα. Μια σκιά, ένα κομμάτι προσώπου σχεδόν κρυμμένο πίσω από την μισάνοιχτη πόρτα του σπιτιού. Όχι η γιαγιά, ούτε κάποιος γνωστός. Το πρόσωπο ήταν αχνό, αλλά κάτι στη στάση του ήταν ενοχλητικά άτοπο. Σαν να μην έπρεπε να βρίσκεται εκεί.

Η Ανθή έκλεισε απότομα την οθόνη και σηκώθηκε. Κάθε γωνία του σπιτιού κουβαλούσε κάτι, σαν να της ψιθύριζε, όχι να της μιλά.

Πριν κοιμηθεί, αποφάσισε να ψάξει την επόμενη μέρα τη σοφίτα. Δεν είχε ανέβει ποτέ εκεί όσο ζούσε η γιαγιά. Ήταν κλειδωμένη. Ίσως τώρα να είχε αφήσει το κλειδί κάπου.

Αλλά καθώς έσβηνε τα φώτα, και το σπίτι βυθιζόταν στη σιωπή, σκέφτηκε ξανά τα παιδικά παπούτσια.

Ήταν ακριβώς το νούμερο που φορούσε η Λία, το καλοκαίρι που χάθηκε.

Το ξημέρωμα βρήκε την Ανθή ξύπνια, με το φως του σαλονιού αναμμένο όλη νύχτα. Κάθε ήχος, ένα κούφιο ξύλο, ένας μεταλλικός χτύπος, την πέταγε από τον ύπνο. 

Έφτιαξε καφέ και στάθηκε μπροστά από το παλιό σύνθετο. Το βλέμμα της καρφώθηκε σε ένα μεταλλικό κλειδί, περασμένο με σπάγκο σε ένα καρφί στο πλάι. Δεν το είχε προσέξει χθες. Δεν θυμόταν να ήταν εκεί. Το πήρε.

Σκέφτηκε τη σοφίτα. Αν όντως το κλειδί ήταν αυτό, τότε ίσως ήταν η ώρα. Ίσως εκεί να έκρυβε η γιαγιά τις απαντήσεις που τόσα χρόνια κανείς δεν έδινε.

Ανέβηκε τα ξύλινα σκαλοπάτια. Ένα-ένα. Η σκάλα έτριζε κάτω απ’ το βάρος της. Το φως της σοφίτας δεν λειτουργούσε. Έπρεπε να βασιστεί στο φως της ημέρας που έμπαινε από μια στενή φεγγαροδόχα.


Το κλειδί γύρισε δύσκολα. Άνοιξε την πόρτα.


Το δωμάτιο ήταν σχεδόν άδειο. Μόνο ένα μεγάλο ξύλινο κουτί στη μέση. Κλειστό.


Η Ανθή έκανε ένα βήμα μέσα.


Και τότε, πίσω της, η πόρτα της σοφίτας έκλεισε απότομα μόνη της, με θόρυβο δυνατό, σαν να την είχε τραβήξει κάποιος.


Από έξω.


(Συνεχίζεται...)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

5ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2 – Καλοκαίρι 2025

Διπλή πρόσκληση λογοτεχνικής δημιουργίας

4ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2