Νουβέλα: Η αυλή με τα χίλια χρώματα (Μέρος 3ο)


Η αυλή με τα χίλια χρώματα 


[Γράφει η Μαριλένα Ξυψιτή] 


Τα δύο προηγούμενα μέρη δημοσιεύτηκαν τις προηγούμενες ημέρες.


Μέρος 3ο. Το ξύλινο κουτί


Η πόρτα της σοφίτας έτριξε ελαφρά καθώς έκλεινε με δύναμη πίσω της. Η Ανθή γύρισε απότομα και την κοίταξε. Δεν φυσούσε. Κανένα ρεύμα αέρα δεν μπορούσε να εξηγήσει την κίνηση. Στάθηκε ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα, αφουγκραζόμενη. Ο ήχος του ίδιου της του αναπνευστικού συστήματος ακουγόταν δυνατός μέσα στη σιωπή.

Στη μέση του δωματίου, το ξύλινο κουτί, παλιό, με σκασμένες ενώσεις και μεταλλικές γωνίες. Δεν υπήρχε λουκέτο, αλλά το καπάκι ήταν βαρύ. Η Ανθή το σήκωσε σιγά, με τα χέρια της να τρέμουν.

Μέσα υπήρχε ένα μικρό κουβερτάκι, ένα παιδικό παιχνίδι ξεφτισμένο, κι ένα ζευγάρι παιδικά γυαλιά ηλίου. Το στομάχι της σφίχτηκε. Ήταν πράγματα που θα ανήκαν σε ένα πολύ μικρό παιδί. Όχι στη Λία, αλλά σε κάποιον πιο μικρό.

Κάτω από τα αντικείμενα, μια στοίβα παλιά ρούχα, διπλωμένα προσεκτικά. Πάνω τους, ένα κουτί σπίρτα και ένα άδειο κερί.


Άνοιξε το κουβερτάκι. Ήταν κεντημένο, με αρχικά: «Κ.Σ.»


Το όνομα δεν της έλεγε τίποτα. Το μυαλό της πήγε σε κάποιο ξεχασμένο μέλος της οικογένειας, αλλά δεν θυμόταν ποτέ η γιαγιά να έχει μιλήσει για κάποιο μωρό.

Το πάτωμα κάτω από το κουτί έτριξε καθώς έκανε ένα βήμα πίσω. Η Ανθή κοίταξε προς τα κάτω και πρόσεξε πως ένα από τα ξύλινα σανίδια είχε άλλο χρώμα. Ελαφρώς πιο ανοιχτό. Γονάτισε και το ακούμπησε με το χέρι της.


Ήταν κινητό. Σαν να είχε τοποθετηθεί πιο πρόσφατα.


Έβγαλε το κινητό της και άναψε τον φακό. Με προσοχή, σήκωσε τη σανίδα.

Κάτω από αυτή, υπήρχε ένα μικρό, στενό κενό και μέσα του, κάτι υφασμάτινο.


Ένα πανωφόρι παιδικό. Αλλά δεν ήταν μόνο του.


Πιο βαθιά, κάτι που έμοιαζε με χαρτί – όχι γράμμα – ένα είδος παλιού φακέλου.


Το τράβηξε προσεκτικά. Ήταν φάκελος αρχείου νοσοκομείου. Πολυκαιρισμένος.

Επάνω, γραμμένο με ξεθωριασμένο μπλε στυλό:

«Αναφορά Συμβάντος – 17/08/2008 – Ανεπιβεβαίωτη ταυτότητα ανηλίκου»


Η Ανθή ένιωσε τα αυτιά της να βουίζουν. 2008. Ήταν το καλοκαίρι που εξαφανίστηκε η Λία.

Πριν προλάβει να ανοίξει τον φάκελο, ακούστηκε ένα χτύπημα πάνω στο ταβάνι της σοφίτας. Όχι στο πάτωμα, στο ταβάνι. Ένα βαρύ, ξερό χτύπημα. Ύστερα δεύτερο.

Η Ανθή σηκώθηκε απότομα. Δεν υπήρχε τίποτα πάνω απ’τη σοφίτα.


Εκτός… αν κάποιος ήταν στη στέγη.


Πλησίασε το μικρό παραθυράκι και κοίταξε έξω. Ένα στρογγυλό άνοιγμα με θολό τζάμι.


Δεν είδε τίποτα.


Μα όταν έστρεψε το βλέμμα της λίγο αριστερά, παρατήρησε ένα σχήμα στο γυαλί, θαμπό, σαν παλάμη που είχε ακουμπήσει από την έξω πλευρά.

Και η υγρασία ακόμα να στεγνώσει.

Η Ανθή ακούμπησε τα δάχτυλά της στο θολό τζάμι. Ψυχρό. Η παλάμη που είχε αποτυπωθεί απέξω ήταν μικρή, αλλά ξεκάθαρη. Παιδική. Κάποιος ή κάτι είχε σταθεί στη στέγη, είχε ακουμπήσει το χέρι του εκεί και είχε φύγει.

Δεν τόλμησε να ανοίξει το παραθυράκι. Δεν ήξερε αν ήθελε στ’αλήθεια να δει τι υπήρχε απ’έξω.

Κατέβηκε από τη σοφίτα κρατώντας τον φάκελο σφιχτά στο στήθος της. Τα πόδια της έτρεμαν. Όλα γύρω της φαίνονταν ξαφνικά πιο ξένα, πιο βαριά. Οι τοίχοι του σπιτιού, οι φωτογραφίες, τα υφάσματα. 

Άνοιξε τον φάκελο στον πάγκο της κουζίνας.

Το χαρτί μέσα ήταν μια αναφορά περιστατικού. Έλεγε για ένα παιδί που βρέθηκε τραυματισμένο κοντά στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, χωρίς ταυτότητα, χωρίς γονείς, χωρίς φωνή.

Και πιο κάτω, με κόκκινο στυλό, μια σημείωση από γιατρό:

«Το παιδί επαναλάμβανε μόνο μία φράση: "Δεν έπρεπε να τη βάλω εκεί μέσα."»


Η Ανθή έμεινε να το κοιτά. Η ανάσα της κόπηκε.

Κι ύστερα… χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού.

Μία, δύο φορές.


Και πριν καν το σηκώσει, μία παιδική φωνή ψιθύρισε από τη συσκευή:


«Ανθή; Μη με ξεχάσεις πάλι».


(Συνεχίζεται...)

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

5ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2 – Καλοκαίρι 2025

Διπλή πρόσκληση λογοτεχνικής δημιουργίας

4ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2