Νουβέλα: Η αυλή με τα χίλια χρώματα (Μέρος 4ο)


Η αυλή με τα χίλια χρώματα 


[Γράφει η Μαριλένα Ξυψιτή] 


Τα προηγούμενα μέρη βρίσκονται δημοσιευμένα εδώ στον ιστότοπο.


Μέρος 4ο. Η φωνή από τη γραμμή


Η Ανθή πάγωσε. Η φωνή που είχε ακούσει δεν ήταν φαντασίωση. Ήταν καθαρή, όσο μπορεί να είναι μια φωνή μέσα από στατικό ηλεκτρισμό και παλιωμένες καλωδιώσεις. Παιδική, ξεκάθαρα. Αλλά δεν ανήκε στη Λία όπως την θυμόταν.


«Ποιος… είσαι;» ψιθύρισε στο ακουστικό.

Η γραμμή έκανε ένα βόμβο και μετά... σιωπή.

Μα αμέσως ακούστηκε ένας ακόμα ψίθυρος. Αυτή τη φορά πιο κοντά στο αυτί της.


«Δεν τελείωσε ποτέ...»


Η Ανθή έκλεισε απότομα το τηλέφωνο και έμεινε ακίνητη, προσπαθώντας να ακούσει αν υπήρχε κάποιος στο σπίτι. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το ρολόι της κουζίνας. Τικ-τακ. Κάθε δευτερόλεπτο ακουγόταν σαν χτύπος καρδιάς.

Άνοιξε ξανά τον φάκελο και κοίταξε προσεκτικά την ημερομηνία: 17 Αυγούστου 2008. Την ίδια μέρα που η Λία εξαφανίστηκε στο ποτάμι, στο κάτω μέρος του χωριού. Οι έρευνες είχαν σταματήσει έπειτα από μερικές μέρες. Η αστυνομία δεν είχε βρει τίποτα, ούτε ρούχα, ούτε ίχνη. Το μόνο που θυμόταν τότε η Ανθή ήταν το βλέμμα των μεγάλων: απογοήτευση, ενοχή, σιωπή.

Η ίδια ήταν μόλις δεκατριών. Αλλά ήξερε καλά: εκείνο το απόγευμα, είχε φύγει πρώτη από την αυλή. Και η Λία είχε μείνει μόνη.

Γύρισε στο συρτάρι κάτω από το ψυγείο. Εκεί φύλαγε παλιά φωτογραφικά φιλμ της γιαγιάς. Αν υπήρχε έστω μία φωτογραφία από εκείνη τη μέρα, ίσως κάτι να εξηγούσε.

Πράγματι, βρήκε ένα μικρό άλμπουμ. Ξεφύλλισε τις εικόνες βιαστικά. Στιγμιότυπα από τον Αύγουστο του 2008. Γιορτή, οικογένεια, παιδιά που παίζουν στην αυλή.


Μία φωτογραφία την έκανε να σταθεί.


Η Λία, στην κούνια, χαμογελαστή. Και πίσω της… ένα κορίτσι που δεν θυμόταν καθόλου. Ήταν περίπου τριών ή τεσσάρων ετών, με μαύρα μαλλιά και χλωμό δέρμα. Στεκόταν πίσω από την κούνια, ακίνητη και κοίταζε κατευθείαν τον φακό.

Το βλέμμα της δεν ήταν παιδικό. Ήταν άδειο.

Η Ανθή γύρισε τη φωτογραφία από πίσω. Με μολύβι, η γιαγιά είχε γράψει:

«Ανθή – Λία – και το μικρό κορίτσι που δεν ήξερε να μιλήσει».


Της κόπηκε η ανάσα.

Δεν θυμόταν ποτέ τέτοιο παιδί στο σπίτι. Ούτε κανείς το είχε αναφέρει ποτέ.

Ξανακοίταξε το πρόσωπο του κοριτσιού.

Ήταν το ίδιο με το αποτύπωμα στο τζάμι της σοφίτας.

Η Ανθή άφησε τη φωτογραφία να πέσει πάνω στο τραπέζι. Η καρδιά της χτυπούσε τώρα γρήγορα, με ένταση που δεν μπορούσε να ελέγξει. Σαν το σώμα της να είχε αναγνωρίσει κάτι που το μυαλό της ακόμα αρνιόταν.


Ποιο ήταν εκείνο το παιδί;


Γιατί κανείς δεν το θυμόταν;


Και γιατί έμοιαζε να βρίσκεται σε κάθε φωτογραφία εκείνης της μέρας, έστω στη γωνία, άλλοτε καθισμένο στο χώμα, άλλοτε όρθιο, πάντα ήσυχο, με εκείνο το κενό βλέμμα καρφωμένο στο φακό;

Πήρε βαθιά ανάσα και πήρε τη φωτογραφία μαζί της. Βγήκε από το σπίτι, κατηφόρισε τον χωματόδρομο που οδηγούσε στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Ήταν πλέον φθαρμένο, με σκουριασμένες πύλες και παράθυρα σπασμένα. Κανείς δεν το πλησίαζε τα τελευταία χρόνια.

Έφτασε στην παλιά μεταλλική πόρτα. Πίεσε και άνοιξε με ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο.

Μέσα, σιωπή. Ήχος σταγόνων νερού που έσταζαν από την οροφή. Στο πάτωμα, διάσπαρτα σκουριασμένα εργαλεία, σπασμένα πλακάκια και σημάδια… σαν από κιμωλία.

Η Ανθή βάδισε προς το βάθος, εκεί που, σύμφωνα με την αναφορά, είχαν βρει το παιδί το 2008.

Ένα από τα παλιά μεταλλικά ντουλάπια είχε γρατζουνιές στην πόρτα του. Παιδικές γραμμές, όπως αυτές που κάνουν τα μικρά όταν δεν μπορούν να γράψουν. Την άνοιξε.

Άδειο. Εκτός από μια μικρή κουρελιασμένη κορδέλα, δεμένη στο πάνω ράφι.

Και τότε, πίσω της, κάτι κινήθηκε. Ήχος παπουτσιού στο τσιμεντένιο πάτωμα.

Γύρισε απότομα. Στην άλλη άκρη της αίθουσας, μέσα στο μισοσκόταδο, στεκόταν το ίδιο κορίτσι. Ήταν όπως στη φωτογραφία. Ακίνητο. Αλλά τώρα… την κοιτούσε κατευθείαν.


Και χαμογελούσε...


(Συνεχίζεται...)

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

5ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2 – Καλοκαίρι 2025

Διπλή πρόσκληση λογοτεχνικής δημιουργίας

4ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2