Νουβέλα: Η αυλή με τα χίλια χρώματα (5ο μέρος)


Η αυλή με τα χίλια χρώματα 


[Γράφει η Μαριλένα Ξυψιτή] 


Τα προηγούμενα μέρη βρίσκονται δημοσιευμένα εδώ στον ιστότοπο.


Μέρος 5ο. Η κορδέλα και το όνομα


Η Ανθή έκανε ένα βήμα πίσω. Η φιγούρα του κοριτσιού παρέμενε εκεί, ακίνητη στο βάθος της αίθουσας. Σχεδόν διάφανη στο μισοσκόταδο, μα αρκετά καθαρή για να διακρίνει τη χλωμή επιδερμίδα και το βλέμμα που έμοιαζε να μην ανήκει στην ηλικία του παιδιού.

Το χαμόγελο της μικρής δεν ήταν τρυφερό. Ήταν σαν να ήξερε κάτι που η Ανθή είχε ξεχάσει.

Η Ανθή στράφηκε προς το ντουλάπι. Το βλέμμα της έπεσε στην κορδέλα: ροζ, παλιά, λερωμένη από σκόνη. Την ξεκούμπωσε από το μεταλλικό ράφι. Ήταν δεμένη προσεκτικά, με έναν κόμπο στο κέντρο.


Ξετύλιξε την άκρη.

Ένα όνομα, σχεδόν σβησμένο από τον χρόνο:

«Κυριακή»


Η Ανθή ένιωσε τη λέξη να ηχεί μέσα της. Ξαφνικά, η φωνή που είχε ακούσει στο τηλέφωνο αποκτούσε νόημα. Η εικόνα της μικρής στη φωτογραφία έπαιρνε ταυτότητα.

Γύρισε ξανά, αλλά η φιγούρα είχε εξαφανιστεί.

Έτρεξε προς το σημείο όπου στεκόταν, κοίταξε δεξιά κι αριστερά, τίποτα. Μόνο μια μικρή πορτούλα, ξύλινη, ίσα που φαινόταν πίσω από μια σκουριασμένη δεξαμενή. Έσπρωξε και μπήκε σε ένα στενό διάδρομο που μύριζε κλεισούρα και υγρασία.

Στον τοίχο, με κόκκινη κιμωλία, κάποιος είχε ζωγραφίσει ένα σπίτι. Παιδικό σχέδιο. Σαν αυτά που κάνουν τα νήπια: ένα τετράγωνο, μια καμινάδα, και τέσσερις φιγούρες έξω απ’την πόρτα.

Μόνο που η τέταρτη φιγούρα, η μικρότερη, είχε κομμένο το κεφάλι.

Η Ανθή ένιωσε πόνο στο στομάχι της. Αναγνώριζε το σχέδιο. Είχε κάνει παρόμοιο μικρή, ακριβώς έτσι. Με τα ίδια χρώματα.

Μπήκε βαθύτερα στον διάδρομο. Έφτασε σε ένα μικρό δωμάτιο χωρίς παράθυρα, μόνο με ένα ξύλινο παγκάκι.


Στο πάτωμα, χαραγμένο πρόχειρα στο τσιμέντο:

«Μην τους πεις. Θα σε βρουν».


Η Ανθή έσφιξε τη φωτογραφία στην τσέπη της. Πίσω της, κάτι έτριξε.

Γύρισε, η πόρτα είχε κλείσει.

Και μέσα στη σιγή, μια παιδική φωνή ακούστηκε ξανά, αυτή τη φορά πίσω από τον τοίχο:


«Ήμουν κι εγώ στην αυλή. Αλλά δεν έπρεπε να με δείτε…»


Η Ανθή κόλλησε το αυτί της στον τοίχο. Η φωνή είχε χαμηλώσει, αλλά ήταν ακόμα εκεί, παιδική, σαν τραγούδι που ξεχνάει τη μελωδία του.


«Ήμουν κι εγώ στην αυλή. Αλλά δεν έπρεπε να με δείτε…»


Η ανάσα της πύκνωσε. Σήκωσε το βλέμμα της και άγγιξε με τα δάχτυλα τα σημάδια στο τσιμέντο. Ήταν φρέσκα. Σαν κάποιος να τα είχε χαράξει πρόσφατα, όχι πριν δεκαετίες, όπως θα έπρεπε.

Έκανε μερικά βήματα πίσω. Η πόρτα ήταν κλειστή. Όχι κλειδωμένη, όμως. Την άνοιξε αργά.

Αυτό που αντίκρισε την πάγωσε.

Στην έξοδο του διαδρόμου, εκεί που πριν ήταν το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, δεν υπήρχε πια σκουριά ή σκόνη.


Υπήρχε μια αυλή.


Καλοκαιρινή, με φως που δεν ταίριαζε με την ώρα ή τον χώρο. Ήταν ίδια με την παλιά αυλή του σπιτιού της όπως ήταν τότε, το 2008. Με τα ίδια χρώματα, την ίδια παλιά κούνια, ακόμα και τις ίδιες σκιές κάτω απ’τις καρυδιές.


Και μέσα σε αυτή την αυλή, στεκόταν ένα παιδί.

Η μικρή Κυριακή.


Αλλά τώρα δεν χαμογελούσε. Κρατούσε κάτι στο χέρι, ένα αντικείμενο που έμοιαζε με κουτί ή βαλιτσάκι. Περπάτησε προς την κούνια και άνοιξε το καπάκι.

Η Ανθή έκανε μερικά βήματα πιο κοντά.

Μόλις πλησίασε αρκετά για να δει τι είχε μέσα, τα μάτια της μικρής γύρισαν προς αυτή.

Και τα δικά της, τα μάτια της Ανθής, άρχισαν να θυμούνται.

Μια φωνή ξέσπασε στο κεφάλι της. Όχι παιδική αυτή τη φορά. Δική της.


«Δεν ήθελα να τη βάλω εκεί. Δεν ήθελα…»


Μια εικόνα φλας, ένα καπάκι που κλείνει, χέρια που σπρώχνουν, ένα κλάμα που σωπαίνει.


Η Κυριακή δεν μιλούσε.

Απλώς, έδειξε το κουτί. Και μετά την ίδια. 


(Συνεχίζεται...)

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

5ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2 – Καλοκαίρι 2025

Διπλή πρόσκληση λογοτεχνικής δημιουργίας

4ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2