Νουβέλα: Η αυλή με τα χίλια χρώματα (Μέρη 6ο και 7ο)



 

Η αυλή με τα χίλια χρώματα 


[Γράφει η Μαριλένα Ξυψιτή]


Τα προηγούμενα μέρη βρίσκονται δημοσιευμένα εδώ στον ιστότοπο.


Ακολουθούν τα μέρη 6ο και 7ο 


Η Ανθή δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από την Κυριακή. Τίποτε δεν είχε καμία λογική. Κι όμως, όλα φάνταζαν πιο αληθινά απ’ό,τι οτιδήποτε άλλο είχε ζήσει τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.

Έκανε ένα βήμα μπροστά και το φως της αυλής μετατοπίστηκε απότομα. Ο ήλιος έπεσε βίαια πίσω από τη μουριά. Η σκιά της μικρής επιμηκύνθηκε, τύλιξε την κούνια, το χώμα, και… κάτι φανερώθηκε στο έδαφος.


Ένα σημάδι. Ένας στρογγυλός λεκές, σαν υγρό που είχε ποτίσει το χώμα χρόνια πριν. Κι όμως, ήταν φρέσκος. Το βλέμμα της Ανθής καρφώθηκε πάνω του. Μια μνήμη έσκισε το μυαλό της σαν λεπίδα:

*Το παιχνίδι με το «σπίτι»

*Τα«μαγειρέματα» με πέτρες

*Η μικρή Κυριακή που ήθελε να παίξει, αλλά δεν ήξερε να μιλήσει

*Η ενοχλητική της επιμονή

*Η στιγμή που κάποιος είπε: «Ας την κλείσουμε μέσα για λίγο. Θα δούμε αν θα βγει».


Η Ανθή ένιωσε την ανάσα της να στενεύει.


Κοίταξε ξανά το κουτί.

Ήταν το ίδιο που είχαν χρησιμοποιήσει τότε. Ήταν μεταλλικό, μέρος του παλιού παιχνιδιού. Ένα κουτί-κρυψώνα. Αστείο, στην παιδική τους φαντασία. Όχι, όμως, για εκείνη τη μικρή.

Και η φωνή της Κυριακής, τώρα πια ήταν καθαρή, χωρίς παράσιτα, χωρίς συστολή και ψιθύρισε:

«Δεν ήθελα να παίξω άλλο. Αλλά δεν με αφήσατε».


Η Ανθή έκανε να πλησιάσει, αλλά το κουτί άνοιξε μόνο του. Ένα σκούρο ύφασμα πρόβαλε μέσα και πάνω του, ένα κομμάτι από χάρτινο παιχνίδι που είχε φτιάξει η ίδια όταν ήταν παιδί. Μια αυτοσχέδια μάσκα ζώου.


"Κουνελάκι", έγραφε πάνω με στραβά γράμματα.


Ένας ήχος ακούστηκε πίσω της. Πατημασιές. Γύρισε.


Και είδε ένα ακόμα κορίτσι.


Δεν ήταν η Κυριακή.


Ήταν η Λία.

Μεγαλωμένη. Όπως θα ήταν σήμερα.

Και στο βλέμμα της, καθαρός τρόμος.

Η Ανθή ένιωσε τα πόδια της να μουδιάζουν. Η Λία.

Εκείνη που δεν είχε μιλήσει ποτέ ξανά για το καλοκαίρι του 2008. Που είχε εξαφανιστεί από το χωριό λίγους μήνες μετά το «ατύχημα». Που είχε αρνηθεί κάθε επικοινωνία.

Στεκόταν τώρα μπροστά της, αγνώριστη αλλά με το ίδιο εκείνο σημάδι στο δεξί φρύδι. Από την πτώση στην αυλή, την ίδια μέρα που η Κυριακή «χάθηκε».

Η Ανθή δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη.

Η Λία έκανε δυο βήματα μπροστά. Τα μάτια της δεν κοίταζαν την Ανθή. Ήταν καρφωμένα στο κουτί, στο ύφασμα, στη μάσκα. Κράτησε την ανάσα της και έτριψε το μέτωπό της με δύναμη.

«Δε θυμόσουν, έτσι;» μουρμούρισε. «Ελπίζω να μην θυμόσουν. Αλλά… το κουτί; Η αυλή; Αν είναι εδώ, σημαίνει…»


Η φωνή της έσπασε.


Η Ανθή την έπιασε από τους ώμους.

«Τι κάναμε τότε, Λία; Τι συνέβη στ’αλήθεια;»


Η Λία απέστρεψε το βλέμμα. Τα χείλη της έτρεμαν. Το κοριτσάκι, η Κυριακή, είχε εξαφανιστεί. Η αυλή άρχισε να ξεθωριάζει γύρω τους. Το φως άλλαζε, γινόταν ψυχρό.

«Δεν ήταν ατύχημα,» ψιθύρισε η Λία τελικά. «Την αφήσαμε μέσα. Κι όταν σταμάτησε να χτυπάει το καπάκι… δεν είπαμε τίποτα. Καμιά μας. Ούτε τότε. Ούτε ποτέ».


Η Ανθή πάγωσε.


Και τότε, το κουτί άνοιξε απότομα ξανά, χωρίς χέρια αυτή τη φορά.

Μέσα υπήρχε μια καινούρια φωτογραφία. Μόλις τώρα τραβηγμένη. Έδειχνε την ίδια και τη Λία, να στέκονται δίπλα στο κουτί. Από μια γωνία που δεν μπορούσε να εξηγηθεί.


Και κάτω από τη φωτογραφία, γραμμένο με κεφαλαία, έγραφε:

«ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΠΑΛΙ;»


Η φωτογραφία έτρεμε στα δάχτυλα της Ανθής. Το πρόσωπό της, το δικό της σήμερα, την κοίταζε από το χαρτί με βλέμμα απλανές, σχεδόν άψυχο. Στο φόντο, η Λία όπως ακριβώς ήταν τώρα με τη μάσκα φόβου που δεν είχε πέσει ποτέ από τότε.


Αλλά ποιος την είχε τραβήξει; Και πότε; Και… από πού;


Η Λία προσπάθησε να αρπάξει τη φωτογραφία αλλά η Ανθή την τράβηξε πίσω. Κοίταξαν γύρω τους. Η αυλή είχε μεταμορφωθεί σε κάτι το ενδιάμεσο: δεν ήταν πια ούτε παιδική ούτε φανταστική. Ήταν άδεια, σαν εγκαταλελειμμένο σκηνικό θεάτρου. Σαν κάτι που είχε μείνει για χρόνια χωρίς ζωή.


Μόνο το κουτί παρέμενε στη θέση του.


Η Λία έσκυψε, διστακτικά. Το χέρι της ακούμπησε το καπάκι και ένιωσε το μέταλλο να πάλλεται, σαν να είχε σφυγμό. Τράβηξε το χέρι της απότομα.


«Δεν θα έπρεπε να είμαστε εδώ», ψιθύρισε.

«Δεν έπρεπε να επιστρέψουμε».


Η Ανθή κοίταξε γύρω. Το χώμα κοντά στο κουτί έμοιαζε διαφορετικό. Όχι φυσικό... Είχε σκαφτεί, ξανακαλυφθεί, καιρό πριν. Αλλά όχι τόσο καιρό ώστε να σβηστούν όλα τα ίχνη.

Άρχισε να ξύνει την επιφάνεια με τα χέρια της. Η Λία έκανε να τη σταματήσει, αλλά σταμάτησε. Κάτι κι εκείνη ήθελε να δει. Ή να βεβαιωθεί ότι δεν θα δει.

Μετά από λίγα λεπτά σιωπής, ένα ξύλινο καπάκι αποκαλύφθηκε. Παλιά σανίδα, βαριά, σπασμένη στη μια άκρη.

Και εκεί, σφηνωμένο στην άκρη, ένα παιχνίδι.

Μια κούκλα, από εκείνες τις πάνινες, φτηνές, χωρίς κεφάλι.


Η Λία έκανε δύο βήματα πίσω.


«Θυμάσαι τώρα;» είπε σχεδόν άηχα.

Η Ανθή δεν απάντησε.

Μόνο σήκωσε την κούκλα. Στην πλάτη της ήταν ραμμένο ένα μικρό, παιδικό σημείωμα.


«Μην ξεχάσεις ποτέ. Εγώ δεν μπορώ».


Πίσω τους, το κουτί έκλεισε από μόνο του με θόρυβο μεταλλικό.

Και από κάπου, από το βάθος του εργοστασίου ή μέσα τους, ήρθε ξανά η παιδική φωνή:

«Και τώρα, ποια θα μπει πρώτη;» 


Η Λία στέκονταν ακίνητη μετο πρόσωπό της ωχρό και τα χείλη σφιγμένα. Η φωνή ήταν παιδική, αλλά αλλόκοσμα σταθερή. Δεν ήχησε σαν ανάμνηση αυτή τη φορά.


Ήταν παρούσα.


Η Ανθή έκανε δύο βήματα πίσω από το ξύλινο καπάκι. Ήξερε τι κρυβόταν από κάτω. Όχι ακριβώς, όχι με σαφήνεια. Αλλά το στομάχι της βούλιαξε, όπως τότε που είχε βρει την Κυριακή μέσα στο κουτί, μπλεγμένη ανάμεσα στα παιχνίδια, με το βλέμμα της παγωμένο και ήσυχο, υπερβολικά ήσυχο.

Δεν είχαν μιλήσει ποτέ. Ούτε καν μεταξύ τους. Είχαν κρύψει το κουτί, θάψει το παιχνίδι και είχαν σιωπήσει. Και το σπίτι πουλήθηκε λίγο καιρό μετά.

Η Ανθή άγγιξε το καπάκι. Ένιωσε τη σκόνη, τη φθορά του χρόνου, αλλά κάτω από αυτό... κάτι ανέπνεε.


Η Λία έσκυψε δίπλα της, σχεδόν διστακτικά.


«Αν το ανοίξουμε… δεν έχει γυρισμό».


Η Ανθή την κοίταξε. «Μα ίσως να μην έχουμε καν βγει ποτέ από εδώ μέσα. Όλα αυτά τα χρόνια».


Και τότε, χωρίς άλλη λέξη, σήκωσαν το καπάκι.


Η μυρωδιά ήταν γνώριμη και άγνωστη. Υγρή. Παλιωμένη. Κι όμως, κάτι μέσα στο λάκκο φαινόταν πρόσφατο. Ένα κομμάτι υφάσματος. Ένα παπούτσι παιδικό. Ένα άλλο, ενήλικο.


Η Λία πάγωσε. Έκανε ένα βήμα πίσω.


Ήταν το δικό της παπούτσι.


Ακριβώς ίδιο. Φορούσε και το άλλο και κοίταξε προς τα κάτω. Και τότε, με τρόμο, ανακάλυψε πως… δεν φορούσε κανένα.

Η Ανθή γύρισε απότομα προς εκείνη. Το πρόσωπο της Λίας είχε αλλοιωθεί και το βλέμμα θόλωσε.

Και η φωνή ακούστηκε ξανά, από μέσα τους αυτή τη φορά, δίχως στόμα:

«Η καθεμία θυμάται αυτό που της αξίζει. Αλλά μόνο μία βγαίνει από την αυλή».


(Συνεχίζεται...)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

5ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2 – Καλοκαίρι 2025

Διπλή πρόσκληση λογοτεχνικής δημιουργίας

4ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2