Διήγημα: Η σκιά στο πορτραίτο


Διήγημα εμπνευσμένο από τον Έντγκαρ Άλαν Πόε που σαν σήμερα είχε πεθάνει.


Η σκιά στο πορτραίτο



[Γράφει η Μαριλένα Ξυψιτή]


Η βροχή έπεφτε αδιάκοπα εκείνο το βράδυ, σαν να ήθελε να ξεπλύνει κάθε ίχνος ζωής απ’ τη γη. Το σπίτι ήταν βυθισμένο στο μισοσκόταδο, μόνο ένα κερί τρεμόπαιζε πάνω στο γραφείο, ρίχνοντας αλλόκοσμες σκιές στους τοίχους. Έμενα μόνος... μόνος με τις αναμνήσεις και με το πορτραίτο της Χέλεν.

Η Χέλεν... Ήταν η ζωή μου, κι όμως πέθανε ξαφνικά, μέσα σε μια νύχτα. Από τότε, τίποτα δεν είχε μείνει ίδιο. Για να κρατήσω κάτι απ’ τη μορφή της, παρήγγειλα το πορτραίτο της σ’ έναν ζωγράφο που φημιζόταν για την ικανότητά του να «αιχμαλωτίζει τη ψυχή». Το έργο ήταν θαυμάσιο. Τόσο ζωντανό, που ορκιζόμουν πως τα μάτια της με ακολουθούσαν όπου κι αν στεκόμουν.

Τις πρώτες εβδομάδες, έβρισκα παρηγοριά στο βλέμμα της. Αλλά ύστερα άρχισαν τα παράξενα. Κάθε νύχτα, όταν το κερί λιγόστευε, μου φαινόταν πως η έκφρασή της άλλαζε. Το χαμόγελο, που άλλοτε ήταν ήρεμο, έπαιρνε μια υποψία ειρωνείας. Τα μάτια της έμοιαζαν να λάμπουν, σαν να κρατούσαν μέσα τους φως δικό τους ή σαν να αντλούσαν το δικό μου.

Μια νύχτα, με την ψυχή μου έτοιμη να σπάσει, μίλησα στο πορτραίτο.

«Χέλεν… αν υπάρχεις ακόμη, δείξε μου ένα σημάδι».

Το κερί τρεμόπαιξε και σχεδόν έσβησε. Ο αέρας πάγωσε. Κάτι ψιθύρισε στο βάθος του δωματίου, ένας ήχος που δεν έμοιαζε με τίποτα ανθρώπινο ή μήπως ήταν το ίδιο το όνομά μου;

Έτρεξα να ανάψω ξανά το κερί. Όταν το φως επέστρεψε, η καρδιά μου πάγωσε: τα μάτια της Χέλεν δεν κοιτούσαν πια εμένα. Το βλέμμα της είχε στραφεί ελαφρά προς την πόρτα.


Κι η πόρτα... ήταν μισάνοιχτη.


Ένιωσα να με κυριεύει ένα μείγμα φόβου και παράξενης ελπίδας. Πλησίασα αργά. Το σπίτι ήταν βουβό, μόνο ο άνεμος σφύριζε απ’ τα παράθυρα. Μα τότε, από το καθρέφτη δίπλα στην πόρτα, είδα πίσω μου κάτι που δεν υπήρχε πριν. Μια σκιά, θηλυκή, αχνή, να στέκεται κοντά στο πορτραίτο.

Γύρισα απότομα. Τίποτα. Μόνο ο καμβάς, κι όμως, ορκίζομαι πως το πρόσωπο της Χέλεν τώρα χαμογελούσε πλατιά, σχεδόν... ανθρώπινα.

Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα κάτι να αλλάζει μέσα μου. Η λογική μου κλυδωνιζόταν. Ήθελα να καταστρέψω το έργο, να το κάψω, να το σκίσω, αλλά κάτι με κρατούσε. Ίσως ο φόβος πως, αν το έκανα, θα έχανα για πάντα κι εκείνη. Ίσως γιατί, βαθιά μέσα μου, πίστευα πως όντως ήταν εκεί.

Πέρασαν μέρες που δεν μπορώ να μετρήσω. Δεν έβγαινα από το δωμάτιο. Δεν έτρωγα, δεν κοιμόμουν. Καθόμουν απέναντί της και την κοιτούσα. Και όσο την κοιτούσα, τόσο πιο πολύ έβλεπα τη δική μου μορφή να σβήνει απ’ τον καθρέφτη απέναντι.

Μια νύχτα, το κερί έσβησε τελείως. Έμεινα στο σκοτάδι, και μέσα του άκουσα μια φωνή... τη δίκης της φωνή.

«Μη φοβάσαι... τώρα θα είμαστε μαζί».

Κάτι άγγιξε το χέρι μου, παγωμένο, αλλά γνώριμο. Και τότε... σκοτάδι.

Όταν με βρήκαν το επόμενο πρωί, ήμουν γονατισμένος μπροστά στο πορτραίτο. Το πρόσωπό μου γαλήνιο, σχεδόν χαμογελαστό. Ο υπηρέτης, λένε, τρόμαξε περισσότερο απ’ αυτό που είδε στον πίνακα: το πρόσωπο της Χέλεν φαινόταν πιο φωτεινό από ποτέ, κι εκεί, δίπλα της, είχε ζωγραφιστεί κι ένας άντρας. Ένας άντρας με τα ίδια χαρακτηριστικά μ’ εμένα, με μάτια που κοιτούσαν αμίλητα έξω απ’ τον καμβά.

Από τότε, λένε πως όποιος ανάψει κερί στο δωμάτιο αυτό, βλέπει δυο μορφές στο πορτραίτο. Η μία χαμογελά κι η άλλη κοιτάζει επίμονα, ικετευτικά, σαν να περιμένει κάποιον να τον ελευθερώσει.


Κι αν κοιτάξεις αρκετά βαθιά, ίσως δεις πως τα μάτια του κινούνται.

Ίσως δεις πως προσπαθεί να ψιθυρίσει κάτι.


Μα τότε... θα είναι ήδη αργά.

 

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

5ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2 – Καλοκαίρι 2025

Διπλή πρόσκληση λογοτεχνικής δημιουργίας

4ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2