Διήγημα: Ο ποιητής και η χαμένη έμπνευση
Ο ποιητής και η χαμένη έμπνευση
[Γράφει η Μαριλένα Ξυψιτή]
Ο Ορέστης καθόταν στο ξύλινο γραφείο του, το φως από το κερί τρεμόπαιζε πάνω στα κιτρινισμένα χαρτιά. Η πένα του ακουμπούσε το χαρτί, αλλά δεν έγραφε. Εδώ και μήνες, οι λέξεις είχαν σωπάσει. Σαν να είχε αδειάσει το μυαλό του από κάθε εικόνα, κάθε συναίσθημα που κάποτε ξεχείλιζε από μέσα του.
Η έμπνευση τον είχε εγκαταλείψει.
Περιπλανιόταν στους δρόμους της πόλης, στις αγορές, στα σοκάκια, μήπως τη βρει ξανά. Διάβαζε τα παλιά του ποιήματα, μήπως ξυπνήσει μέσα του η ίδια φωτιά. Τίποτα. Κάθε λέξη του φαινόταν ξένη, σαν να ανήκε σε κάποιον άλλο.
Ένα βράδυ, αποφάσισε να περπατήσει μέχρι τον λόφο πάνω από την πόλη, εκεί όπου κάποτε κοιτούσε τ’αστέρια και έγραφε μέχρι το ξημέρωμα. Κάθισε πάνω σε μια πέτρα και κοίταξε τον ουρανό.
«Γιατί με άφησες;» ψιθύρισε.
Ο άνεμος δυνάμωσε και μια γυναικεία μορφή ξεπρόβαλε από το φεγγαρόφως. Φορούσε ένα μακρύ, διάφανο χιτώνα και τα μαλλιά της ήταν χρυσά πάνω στους ώμους της.
«Δεν σε άφησα,» είπε η Μούσα. «Εσύ σταμάτησες να με ακούς».
Ο Ορέστης την κοίταξε σαστισμένος. «Μα... οι λέξεις με πρόδωσαν! Ό,τι γράφω μοιάζει νεκρό».
Η Μούσα γέλασε απαλά. «Δεν είναι οι λέξεις που έχουν χαθεί, αλλά η φλόγα σου. Επέτρεψες στην αμφιβολία να καλύψει την ψυχή σου».
«Και πώς θα τη βρω ξανά;»
Η Μούσα άγγιξε το μέτωπό του και ξαφνικά, εικόνες γέμισαν το μυαλό του: η πρώτη φορά που ερωτεύτηκε, ο πόνος της απώλειας, το γέλιο ενός παιδιού, το κύμα που σπάει στην ακτή. Όλες οι στιγμές που κάποτε τον έκαναν να γράφει, να δημιουργεί.
«Η έμπνευση δεν χάνεται, Ορέστη. Βρίσκεται παντού γύρω σου. Αλλά πρέπει να ζήσεις, να νιώσεις, να αγαπήσεις ξανά για να την ακούσεις».
Ο ποιητής ένιωσε τα μάτια του να καίνε. Έβγαλε από την τσέπη του ένα παλιό τετράδιο και άρχισε να γράφει. Οι λέξεις χόρευαν ξανά πάνω στο χαρτί.
Η Μούσα χαμογέλασε και χάθηκε μέσα στον άνεμο.
Ο Ορέστης έγραφε ασταμάτητα, σαν να είχε ανοίξει μια πύλη μέσα του και οι λέξεις ξεχύνονταν σαν ποτάμι. Η νύχτα κύλησε γρήγορα, και όταν η πρώτη ηλιαχτίδα ακούμπησε τον λόφο, είχε γεμίσει ήδη αρκετές σελίδες. Ένιωθε μια πρωτόγνωρη ζωντάνια, σαν να είχε ξαναβρεί τον εαυτό του.
Κατέβηκε στην πόλη με βιασύνη, κρατώντας το τετράδιό του σφιχτά. Πέρασε από τα σοκάκια, εκεί όπου οι άνθρωποι ξυπνούσαν σιγά-σιγά, και στάθηκε μπροστά στο μικρό του σπίτι. Όταν μπήκε μέσα, άφησε το τετράδιο στο γραφείο του και κάθισε ξανά στην καρέκλα που τόσο καιρό τον κρατούσε φυλακισμένο στην απραξία. Αλλά αυτή τη φορά, δεν ήταν δέσμιος.
Έπιασε το πρώτο του ποίημα και το διάβασε δυνατά:
"Κοιμήθηκα μέσα στη σιωπή,
μα η φωνή σου με ξύπνησε ξανά.
Μούσα, που έγινες φως και άνεμος,
φλόγα και όνειρο στην καρδιά μου."
Χαμογέλασε. Δεν ήταν πια μόνος. Η Μούσα του δεν τον είχε εγκαταλείψει ποτέ. Εκείνος ήταν που είχε ξεχάσει να τη βλέπει, να την ακούει, να τη ζει.
Από εκείνη τη μέρα, ο Ορέστης δεν ξαναφοβήθηκε τη σιωπή. Ήξερε πια πως η έμπνευση δεν είναι ένα άπιαστο θαύμα, αλλά μια φλόγα που χρειάζεται εμπειρίες, πάθος και ζωή για να καίει δυνατά. Και κάθε φορά που θα ένιωθε πως οι λέξεις του τον εγκαταλείπουν, θα ανέβαινε ξανά στον λόφο, ψιθυρίζοντας το όνομα της Μούσας.
Γιατί ήξερε πως, αν την καλούσε με αληθινή καρδιά, εκείνη θα επέστρεφε. Πάντα.
Τα χρόνια πέρασαν, και ο Ορέστης έγινε ξανά ο ποιητής που όλοι αγαπούσαν. Οι στίχοι του μιλούσαν για έρωτες που άνθιζαν και χάνονταν, για θάλασσες που ταξίδευαν τις ψυχές, για τη νύχτα που ψιθύριζε μυστικά στους ονειροπόλους. Όμως, πάνω απ’ όλα, μιλούσαν για εκείνη... τη Μούσα που του χάρισε πίσω τη φωνή του.
Κάθε φορά που ολοκλήρωνε ένα ποίημα, ανέβαινε στον λόφο και το απήγγειλε ψιθυριστά, αφήνοντάς το στον άνεμο, σαν προσφορά σε εκείνη που του είχε δώσει ξανά το φως. Και κάθε φορά, ένιωθε το ίδιο γνώριμο χάδι του ανέμου στα μαλλιά του, σαν απάντηση.
Ένα βράδυ, με τα μαλλιά του πια γκρίζα και τα χέρια του να τρέμουν ελαφρά, ανέβηκε για τελευταία φορά στον λόφο. Ο ουρανός ήταν καθαρός, γεμάτος αστέρια που έμοιαζαν να πάλλονται στον ρυθμό της ποίησής του.
Έκατσε στην ίδια πέτρα που είχε πρωτοδεί τη Μούσα και άνοιξε το παλιό του τετράδιο, εκείνο που είχε γεμίσει τη νύχτα που την είχε ξαναβρεί. Οι σελίδες ήταν φθαρμένες, αλλά οι λέξεις του ακόμα δυνατές.
«Ήρθα να σου αφήσω το τελευταίο μου ποίημα,» είπε απαλά.
Τράβηξε από την τσέπη του ένα μικρό κομμάτι χαρτί και το άφησε να το πάρει ο άνεμος.
"Όταν η σκιά πέσει πάνω μου,
όταν το χέρι μου πάψει να γράφει,
θα γίνω κι εγώ άνεμος,
και θα σου ψιθυρίζω στίχους για πάντα."
Έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε.
Τότε, ο άνεμος σηκώθηκε πιο δυνατός, αγκαλιάζοντάς τον σαν απαλή μελωδία. Και αν κάποιος βρισκόταν εκεί εκείνη τη νύχτα, ίσως να έλεγε πως, για μια στιγμή, είδε μια μορφή από φως να σκύβει πάνω του, να του ψιθυρίζει ένα τελευταίο μυστικό και να τον παίρνει μαζί της.
Το επόμενο πρωί, ο Ορέστης βρέθηκε καθισμένος στην πέτρα του, με ένα γαλήνιο χαμόγελο στο πρόσωπό του και το τετράδιό του ανοιχτό μπροστά του. Ο άνεμος συνέχιζε να φυσά απαλά, σαν να απήγγειλε τα ποιήματά του στον κόσμο.
Και ίσως, κάπου μέσα σε εκείνον τον άνεμο, η Μούσα και ο ποιητής να τραγουδούσαν μαζί, για πάντα.
***
Τα χρόνια πέρασαν, και ο Ορέστης έγινε θρύλος. Τα ποιήματά του διαβάζονταν ακόμα στις πλατείες, στις σχολικές αίθουσες, στα καφενεία όπου οι νεαροί ποιητές μαζεύονταν για να ανταλλάξουν στίχους και όνειρα.
Ένα βράδυ, ένας νεαρός, ο Φίλιππος, ανέβηκε στον ίδιο λόφο όπου κάποτε ο Ορέστης είχε βρει ξανά την έμπνευσή του. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα παλιό βιβλίο με τα ποιήματα του μεγάλου ποιητή και στο άλλο ένα τετράδιο γεμάτο μισοτελειωμένους στίχους.
Κάθισε στην πέτρα όπου, σύμφωνα με όσα λέγονταν, ο Ορέστης είχε γράψει το τελευταίο του ποίημα.
«Πώς το έκανες;» ψιθύρισε στον άνεμο. «Πώς έβρισκες πάντα τις σωστές λέξεις;»
Ο άνεμος φύσηξε απαλά, και τα φύλλα του βιβλίου άρχισαν να γυρίζουν μόνα τους. Σταμάτησαν σε μια σελίδα όπου ήταν γραμμένοι οι τελευταίοι στίχοι του Ορέστη:
"Όταν η σκιά πέσει πάνω μου,
όταν το χέρι μου πάψει να γράφει,
θα γίνω κι εγώ άνεμος,
και θα σου ψιθυρίζω στίχους για πάντα."
Ο Φίλιππος ένιωσε να ανατριχιάζει. Έκλεισε τα μάτια του και αφουγκράστηκε τον άνεμο. Και τότε, σαν να του μιλούσε η ίδια η φωνή του ποιητή, οι λέξεις άρχισαν να σχηματίζονται στο μυαλό του.
Άρπαξε το τετράδιό του και άρχισε να γράφει.
Έγραφε για τη νύχτα και τα μυστικά της. Για την αγάπη που γεννιέται και χάνεται. Για τη φωνή του ανέμου που ψιθυρίζει στίχους σε όσους ξέρουν να ακούσουν.
Και κάπου, μέσα στη σιωπή της νύχτας, ένας ψίθυρος ακούστηκε:
«Η ποίηση δεν πεθαίνει ποτέ».
Ο Φίλιππος χαμογέλασε. Ήξερε ότι δεν ήταν μόνος.
Ο Ορέστης μπορεί να είχε φύγει, αλλά η έμπνευσή του ζούσε. Και θα συνέχιζε να ζει, σε κάθε νέο ποιητή που θα ανέβαινε σε εκείνον τον λόφο, ψάχνοντας τις σωστές λέξεις.

παρα πολυ όμορφο Μαριλένα Η μούσα μόνο μας αφήνει όταν δεν νιώθουμε πια την αναγκη να την κυνηγάμε Τι κριμα !!!!!!!!!!!!!!!!!
ΑπάντησηΔιαγραφή