Διήγημα: Τα βήματα στην αποβάθρα (Μέρος 2ο)
Τα βήματα στην αποβάθρα
[Γράφει η Μαριλένα Ξυψιτή]
(Μέρος 2ο)
Ώρες μετά, το βράδυ
Η ομίχλη εκείνο το βράδυ ήταν τόσο πυκνή που έμοιαζε ζωντανή. Απλωνόταν χαμηλά πάνω από τη θάλασσα, σαν κάτι που περίμενε σιωπηλά να δει ποιος θα πλησιάσει. Η Άννα στεκόταν στην αρχή της αποβάθρας, κρατώντας το παλτό της κλειστό και με τα χέρια στις τσέπες. Τα πόδια της έτρεμαν, όχι από το κρύο, αλλά από την περίεργη αίσθηση ότι η θάλασσα την κοιτούσε.
Είχε αποφασίσει, θα περίμενε ως το ξημέρωμα. Ήθελε απαντήσεις, ήθελε να ξέρει αν οι πατημασιές ήταν παιχνίδι του μυαλού της ή κάτι άλλο... κάτι που δεν είχε το θάρρος να ονοματίσει.
Η θεία της είχε προσπαθήσει να τη σταματήσει.
«Μην πας εκεί μόνη σου. Ορισμένα πράγματα… δεν θέλουν συντροφιά».
«Αυτά φοβάμαι περισσότερο αν τα αφήσω μόνα τους,» της είχε απαντήσει η Άννα.
Τώρα όμως, στην ησυχία της νύχτας, η αυτοπεποίθησή της έμοιαζε αδύναμη. Τα πάντα ήταν παράξενα ήσυχα. Ούτε κύματα, ούτε γλάροι, ούτε αέρας. Σαν το χωριό να είχε κρατήσει την αναπνοή του.
Προχώρησε αργά πάνω στις σανίδες. Κάθε της βήμα ακουγόταν υπερβολικά καθαρά.
ΤΑΚ.
ΤΑΚ.
Σαν κάποιος να έγραφε σημειώσεις για το πώς πατάει ο άνθρωπος.
Στάθηκε στη μέση, εκεί όπου τις προηγούμενες μέρες εμφανίζονταν οι πατημασιές. Άπλωσε το χέρι και άγγιξε το ξύλο. Ήταν κρύο, αλλά όχι υγρό. Το φεγγάρι είχε χαθεί πίσω από τα σύννεφα. Η θάλασσα ήταν μια μαύρη απρόσιτη μάζα.
Λίγα λεπτά πέρασαν. Ή μια ώρα. Η Άννα είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Και τότε το άκουσε.
Ένα τρίξιμο. Όχι από τη δική της μεριά της αποβάθρας, αλλά από την άκρη, εκεί όπου το ξύλο ακουμπούσε το νερό.
ΤΡΙΙΙΙΖ…
Η Άννα ένιωσε την καρδιά της να σταματά για μια στιγμή. Δεν ήταν άνεμος. Δεν ήταν κύμα. Ήταν σαφώς βάρος. Ανθρώπινο.
Έκανε μισό βήμα πίσω, χωρίς να απομακρύνει το βλέμμα από το βάθος της αποβάθρας. Η ομίχλη αναδεύτηκε, σαν να σηκώθηκε κάποιος από μέσα της.
Ένα δεύτερο τρίξιμο, μετά ένα τρίτο, ρυθμικά, σαν βήματα.
Η Άννα προσπάθησε να μιλήσει, αλλά η φωνή της έτρεμε υπερβολικά.
«Ποιος… είναι εκεί;»
Κανείς δεν απάντησε. Μόνο τα βήματα συνέχισαν, αργά, μεθοδικά, πλησιάζοντάς την. Και τότε, μέσα στην ομίχλη, μια μορφή άρχισε να ξεχωρίζει. Ήταν ανθρώπινη, αλλά όχι καθαρή. Το περίγραμμά της άλλαζε με κάθε κίνηση του αέρα. Δεν είχε πρόσωπο. Μόνο εκείνη τη θαμπή σκιά, σαν κάτι που δεν είχε αποφασίσει ακόμη αν είναι σώμα ή ανάμνηση.
Η Άννα πάγωσε. Όλα της τα ένστικτα έλεγαν να φύγει, αλλά τα πόδια της δεν την άκουγαν. Και μέσα σε εκείνη την παράξενη ακινησία, η μορφή σταμάτησε.
Δεν την πλησίασε άλλο. Στεκόταν λίγα μέτρα μακριά της, σαν να περίμενε.
Η θάλασσα πίσω του άρχισε να κοχλάζει απαλά.
Και τότε… τότε η Άννα άκουσε κάτι που της έκοψε την ανάσα. Το όνομά της.
Είχε έρθει όχι από τη μορφή, αλλά από το νερό. Μια φωνή γνώριμη, τρυφερή, σχεδόν παιδική. «Άννα…»
Το σώμα της λύγισε. «Μιχάλη;» ψιθύρισε.
Μια απάντηση ήρθε από τα βάθη. Όχι με λέξεις, αλλά με τον τρόπο που η θάλασσα μιλά σε όσους έχουν χάσει κάτι μέσα της. Ήταν ικεσία. Ήταν παραδοχή. Ήταν αποχαιρετισμός.
Η μορφή σήκωσε το χέρι της. Δεν έδειχνε την Άννα.
Έδειχνε το νερό.
Σα να της έλεγε: Κοίτα πού βρίσκεται πραγματικά αυτό που κρατάς.
Η Άννα έβαλε το χέρι στο στόμα, τα μάτια της θόλωσαν.
Για πρώτη φορά από τον θάνατο του αδελφού της, άφησε τον εαυτό της να κλάψει χωρίς να κρύβεται, χωρίς να φιλτράρει, χωρίς να σφίγγει τα δόντια της.
(Συνεχίζεται...)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου