Διήγημα: Τα βήματα στην αποβάθρα (Μέρος 3ο)
[Γράφει η Μαριλένα Ξυψιτή]
[Μέρος 3ο - τελευταίο]
Για πρώτη φορά από τον θάνατο του αδελφού της, άφησε τον εαυτό της να κλάψει χωρίς να κρύβεται, χωρίς να φιλτράρει, χωρίς να σφίγγει τα δόντια της.
«Δεν μπορώ…» είπε, με λυγμό.
Η θάλασσα απάντησε με έναν απαλό παφλασμό που έμοιαζε με χάδι.
Άφησέ με.
Δεν ήξερε αν άκουσε πραγματικά τη φράση ή αν απλώς τη σκέφτηκε. Αλλά ήξερε ότι ήταν αληθινή.
Κι ενώ η Άννα έτρεμε, η μορφή στην ομίχλη έκανε μια μικρή κίνηση προς τα πίσω, σαν να την απαλλάσσει από το βάρος της παρουσίας της.
Τα βήματα άρχισαν ξανά. Αυτή τη φορά απομακρύνονταν.
Η ομίχλη άνοιγε σιγά σιγά, σαν αυλαία που πέφτει μετά από μια παράσταση που κράτησε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Η σκιά βυθίστηκε στο σκοτάδι. Και η ησυχία έκλεισε από πάνω της.
Η Άννα έμεινε μόνη στην αποβάθρα. Με την καρδιά της άδεια για πρώτη φορά. Και με το νερό ήρεμο, σχεδόν καθησυχαστικό, σαν να είχε τελειώσει κάτι που κρατούσε και τους δύο φυλακισμένους.
Η ομίχλη εκείνο το βράδυ ήταν τόσο πυκνή που έμοιαζε ζωντανή. Απλωνόταν χαμηλά πάνω από τη θάλασσα, σαν κάτι που περίμενε σιωπηλά να δει ποιος θα πλησιάσει. Η Άννα στεκόταν στην αρχή της αποβάθρας, κρατώντας το παλτό της κλειστό.
Τα πάντα γύρω της ήταν παράξενα ήσυχα. Ούτε κύματα, ούτε γλάροι. Μόνο εκείνο το αργό τρίξιμο του ξύλου που έμοιαζε να ανασαίνει.
Είχε πει πως θα περίμενε ως το ξημέρωμα.
Η θεία της είχε προσπαθήσει να τη σταματήσει.
«Μην πας εκεί μόνη σου…»
«Πρέπει να το δω,» της είχε απαντήσει η Άννα.
Τώρα όμως, μόνη πάνω στις σανίδες, η σιγουριά της είχε αρχίσει να λυγίζει. Προχώρησε. Κάθε της βήμα ακουγόταν υπερβολικά καθαρά.
ΤΑΚ.
ΤΑΚ.
Σαν να την μετρούσε κάτι από κάτω.
Στάθηκε εκεί όπου τις προηγούμενες μέρες έβρισκε τις πατημασιές. Έσκυψε. Δεν υπήρχε τίποτα τώρα. Μόνο ξύλο υγρό από την αλμύρα και τον χρόνο.
Ένα λεπτό πέρασε. Ίσως περισσότερο. Και τότε το άκουσε. Όχι από την άκρη της αποβάθρας αυτή τη φορά, αλλά από το ίδιο το νερό.
Ένα τρίξιμο. Μετά άλλο ένα.
Σαν βήματα που ανέβαιναν.
Η Άννα έκανε πίσω. Η ομίχλη μπροστά της σκοτείνιασε, σαν να πήρε σχήμα. Κάτι στεκόταν εκεί. Όχι καθαρό. Όχι ολοκληρωμένο. Μια παρουσία που άλλαζε κάθε φορά που προσπαθούσε να την κοιτάξει.
Η ανάσα της κόπηκε. «Ποιος είναι;» ψιθύρισε.
Δεν υπήρξε απάντηση. Μόνο εκείνα τα αργά βήματα που πλησίαζαν και μετά σταμάτησαν.
Και... άκουσε το όνομά της. Όχι από τη μορφή, αλλά από τη θάλασσα.
«Άννα…»
Η φωνή ήταν ήρεμη. Γνώριμη. Πολύ γνώριμη. Τα πόδια της λύγισαν ελαφρά.
«Μιχάλη;» είπε, σχεδόν χωρίς φωνή.
Η θάλασσα δεν απάντησε με λόγια. Μόνο με έναν βαθύ, αργό παφλασμό, σαν ανάσα που αφήνεται για τελευταία φορά.
Η μορφή μέσα στην ομίχλη δεν πλησίασε. Αντίθετα, έμεινε ακίνητη, σαν να περίμενε από εκείνη να καταλάβει.
Και τότε ένιωσε κάτι να σπάει μέσα της. Όχι ξαφνικά, σιγά. Σαν κάτι που κρατιόταν χρόνια.
Το πρόσωπο του αδελφού της δεν ήρθε καθαρό. Ήρθε σαν αίσθηση. Σαν μνήμη που δεν είχε ειπωθεί ποτέ σωστά.
Και για πρώτη φορά δεν προσπάθησε να την κρατήσει μακριά.
Έκανε ένα βήμα μπροστά.
Η μορφή στην ομίχλη υποχώρησε ελάχιστα. Όχι από φόβο. Από αναγνώριση.
Η θάλασσα πίσω της ηρέμησε για μια στιγμή. Σαν να άκουγε.
«Δεν μπορώ να σε κρατήσω,» ψιθύρισε η Άννα. Δεν ήξερε αν το είπε εκείνη ή αν το άκουσε μέσα της.
Η μορφή γύρισε αργά προς το νερό. Σαν να της έδειχνε ότι ποτέ δεν ήταν εκεί έξω.
Πάντα εκεί μέσα, η ομίχλη άρχισε να αραιώνει, τα βήματα απομακρύνθηκαν. Όχι προς τη στεριά, αλλά προς τα βάθη.
Η Άννα έμεινε ακίνητη μέχρι που δεν υπήρχε τίποτα πια μπροστά της. Μόνο θάλασσα. Κανονική. Ήρεμη. Σκοτεινή.
Κάθισε στο ξύλο της αποβάθρας. Για πρώτη φορά δεν άκουγε τίποτα.
Ούτε βήματα.
Ούτε φωνές.
Μόνο τον εαυτό της.
Και για πρώτη φορά από τότε που έφτασε στο χωριό, δεν ένιωθε ότι κάτι την περίμενε.
ΤΕΛΟΣ

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου