Διήγημα: Τα βήματα στην αποβάθρα (Μέρος 1ο)


 

Τα βήματα στην αποβάθρα


[Γράφει η Μαριλένα Ξυψιτή]


(Μέρος 1ο)

Ο αέρας στο χωριό μύριζε παράξενα. Η Άννα έφτασε με το απογευματινό λεωφορείο, κουβαλώντας μια βαλίτσα ρούχα και το βάρος ενός ονόματος που δεν ήθελε πια να λέει δυνατά: Μιχάλης. Ο μικρός της αδελφός. Ο νεκρός της αδελφός. Ή αυτό έλεγαν.

Η θεία της την περίμενε στην άκρη του δρόμου.

«Καλώς ήρθες, Αννούλα,» είπε, αλλά η φωνή της δεν είχε ζεστασιά. Φαινόταν προφυλακτική.

«Θα μείνω λίγο μόνο,» απάντησε η Άννα. «Μέχρι να… ηρεμήσω».

Η θεία δεν ρώτησε «από τι». Κανείς στο χωριό δεν ρωτούσε πολλά.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να πέφτει όταν οι δύο γυναίκες πήραν τον στενό δρόμο προς το σπίτι. Η Άννα πρόσεξε πρώτη την αποβάθρα: ένα μακρύ, ξύλινο δάχτυλο που έμπαινε βαθιά στο νερό, σαν κάποιος να έψαχνε να αγγίξει κάτι άπιαστο. Τα σανίδια έμοιαζαν σκούρα από την υγρασία, κι όμως δεν έτριζαν.

Η ραχοκοκαλιά της ανατρίχιασε.

«Από ’κει μπαίνει ο καιρός,» είπε η θεία, χωρίς να την κοιτά.

«Ο καιρός;»

«Ο καιρός, τα νέα, οι χαρές, οι λύπες… όλα από το νερό περνούν. Θα τα μάθεις».

Η Άννα γύρισε ξανά το βλέμμα της στην αποβάθρα. Για μια στιγμή της φάνηκε πως είδε μια κίνηση στην άκρη, σαν σκιά που μαζεύτηκε γρήγορα. Ήταν, όμως, κουρασμένη και δεν έδωσε σημασία.


*


Το σπίτι της θείας ήταν μικρό, με πέτρινους τοίχους και χοντρές κουρτίνες που κρατούσαν έξω τον αέρα. Η Άννα έβαλε τα πράγματά της σε ένα δωμάτιο που μύριζε λεβάντα. Τη νύχτα, όμως, παρά την εξάντληση του ταξιδιού, δεν μπορούσε να κοιμηθεί.

Ο αέρας σφύριζε ελαφρά. Κάπου ακούστηκε το χτύπημα ενός σκοινιού στον ιστό μιας βάρκας. Η θάλασσα φαινόταν ήσυχη, όμως κάθε τόσο ακουγόταν ένας ήχος, χαμηλός, σαν ξύλο που δέχεται βάρος.

Σαν βήμα.

Ένα.

Μετά άλλο ένα.

Πάνω σε σανίδες.

Η Άννα πετάχτηκε από το κρεβάτι. Ήταν σχεδόν σίγουρη ότι τα άκουσε. Πλησίασε το παράθυρο. Η αποβάθρα φαινόταν στο ημίφως του φεγγαριού, γαλήνια, άδεια. Όμως, ο ήχος είχε υπάρξει. Έστω για μια στιγμή.

Έκλεισε το παράθυρο πιο σφιχτά. Ίσως ήταν ο αέρας, ίσως η θάλασσα, ίσως το μυαλό της που έπαιζε παιχνίδια, τώρα που όλα ήταν ακόμη νωπά.

Κι όμως, καθώς γύριζε προς το κρεβάτι, ένιωσε εκείνη τη γνώριμη πίκρα στο στήθος, την πίκρα του πένθους.

«Μιχάλη…» ψιθύρισε.

Και τότε ο αέρας σαν να σταμάτησε για μια στιγμή.


*


Το επόμενο πρωί, η θεία της ετοίμασε καφέ και ψωμί με μέλι. «Κοιμήθηκες;» ρώτησε.

«Όχι πολύ».

Η θεία άφησε το φλιτζάνι της κάτω. «Μη δίνεις σημασία στους ήχους της νύχτας εδώ. Το χωριό ανασαίνει… παράξενα».

«Τι εννοείς;»

«Ό,τι είπα».

Δεν εξήγησε.

Αργότερα, η Άννα αποφάσισε να περπατήσει μέχρι την αποβάθρα. Ήθελε να δει από κοντά αυτό που την είχε αναστατώσει. Ο πρωινός ήλιος έδινε στα νερά μια γαλήνη που δεν την έπειθε. Όμως, κάτι τράβηξε αμέσως το βλέμμα της.

Στη μέση της αποβάθρας, απλωμένες καθαρά πάνω στο ξύλο, υπήρχαν υγρές πατημασιές. Σαν κάποιος να είχε περπατήσει από το νερό προς τα μέσα, αλλά να μην είχε συνεχίσει.

Η Άννα έσκυψε. Τα σημάδια ήταν μεγάλα, αντρικά. Δεν υπήρχαν σταγόνες γύρω τους, ούτε νερά που να έσταξαν από ρούχα. Ήταν σαν ο δημιουργός τους να είχε βγει κατευθείαν από τη θάλασσα… και να είχε σταματήσει εκεί.

Η Άννα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Έκανε δύο βήματα πίσω.

Μια ηλικιωμένη γυναίκα που περνούσε από τον δρόμο την παρακολούθησε για μια στιγμή.

«Τα είδες;» είπε.

«Ναι».

«Ε, θα τα ξαναδείς. Κάθε αυγή».

«Ποιος… ποιος τα αφήνει;»

Η γυναίκα χαμογέλασε λοξά.

«Όποιος δεν ξεκουράστηκε».

Και συνέχισε τον δρόμο της.

Η αποβάθρα έτριξε ελαφρά, χωρίς κανείς να πατήσει πάνω της.

(Συνεχίζεται...)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

5ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2 – Καλοκαίρι 2025

Διπλή πρόσκληση λογοτεχνικής δημιουργίας

4ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος Literary Loom 2